ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: «Γλίτωσα την εκτέλεση από τους Γερμανούς δύο φορές»

Χανιά, φυλακές Αγιάς, 25 Mαρτίου 1944. Αποφυλάκιση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη μετά την πρώτη του καταδίκη σε θάνατο από τους Γερμανούς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η αφήγηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που ακολουθεί είναι σύνθεση απαντήσεών του σε ερωτήσεις που του υπέβαλε ο Μιχάλης Ν. Κατσίγερας στο πλαίσιο μιας μακράς και αδημοσίευτης συνέντευξης, η οποία δόθηκε στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2009, ως post mortem τεκμήριο μαρτυρίας για συμβάντα της Κατοχής και της Αντίστασης στην Κρήτη, στα οποία διεδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο.

«Στους Γερμανούς στοίχισε πολύ ακριβά η Μάχη της Κρήτης. Οι Κρητικοί είχαν αμυνθεί και το πλήρωσαν πάρα πολύ ακριβά. Οι Γερμανοί έκαναν ομαδικές εκτελέσεις. Από την πρώτη μέρα που κατέλαβαν την Κρήτη, άρχισε να αναπτύσσεται η εθνική αντίσταση. Από τη μία μεριά ήταν οι κομμουνιστές, μέσα στο πλαίσιο του ΕΑΜ, και από την άλλη μεριά εμείς, οι λεγόμενοι εθνικόφρονες, οι δημοκρατικοί δηλαδή, γιατί η Δεξιά εις την Κρήτη δεν υπήρχε. Η δική μας πήρε την ονομασία Εθνική Οργάνωση Κρήτης. Είχαμε, κατά συνέπεια, το ΕΑΜ και την ΕΟΚ.

Η δική μου εμπλοκή αρχίζει απ’ τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στην Κρήτη, τον Ιούλιο του 1942.

Ηταν δικό μου επίτευγμα το ότι συνεννοηθήκαμε με τους κομμουνιστές.

Την πρώτη συμφωνία την υπογράψαμε το φθινόπωρο του 1943, σε μια περιοχή ορεινή. Την τελική διαπραγμάτευση την έκαμα εγώ με τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη. Απετράπη ο εμφύλιος πόλεμος. Ακολούθησε δεύτερη συμφωνία, της Τρομάρισσας, το ’44.

Η πρώτη σύλληψη

Μετείχα, Μιχάλη, και στο στρατιωτικό σκέλος της οργάνωσης. Και βοηθούσα πολύ διότι ήμουν ταυτόχρονα και δικηγόρος στο γερμανικό στρατοδικείο, ήξερα γερμανικά και μπορούσα να μαζεύω πολύτιμες πληροφορίες, τις οποίες διοχετεύαμε. Οι Γερμανοί κατάφεραν τότε –η μυστική αστυνομία του στρατού, η Geheime Feldpolizei– να πιάσουν ένα διερμηνέα που είχαμε, ο οποίος συνεργάστηκε μαζί μας και ήταν διπλός πράκτωρ. Οι Γερμανοί τον συνέλαβαν, αυτός ομολόγησε τα πάντα. Κι έναν άλλον δικό μας είχαν πιάσει, ο οποίος επίσης «έσπασε» και ομολόγησε. Και μ’ έπιασαν εμένα, τότε, την πρώτη φορά, στην πρώτη μου σύλληψη.

Αυτό συνέβη τον Ιανουάριο του 1944. Εγώ, από την πρώτη στιγμή που συνελήφθην, ακολούθησα μία γραμμή πολύ ξεκάθαρη. Τους είπα ότι εγώ είμαι Eλληνας πατριώτης, δεν είμαι φίλος σας, είμαι εχθρός της Γερμανίας, αλλά δεν έχω παραβεί τον γερμανικό ποινικό νόμο, τον οποίον καλώς γνωρίζω. Και δεν μπορείτε να με δικάσετε, διότι δεν έχετε τις πλήρεις αποδείξεις. Είναι ολόκληρη ιστορία, Μιχάλη. Τώρα πού να σ’ τη διηγηθώ – θέλει ένα βιβλίο. Η ουσία είναι ότι οι Γερμανοί εκτέλεσαν, χωρίς δίκη, τον διερμηνέα. Ετσι εχάθηκε ο ένας μάρτυρας. Ο άλλος είχε ομολογήσει κι έτσι είχαν μόνον ένα μάρτυρα, ο οποίος ομολόγησε και με κατηγόρησε. Οι Γερμανοί, πάντως..., εκείνη την εποχή το γερμανικό στρατοδικείο, εδίκαζαν ως δικαστές πράγματι. Δηλαδή ζητούσαν αποδείξεις. Αλλά κυρίως αυτό το οποίο εξετίμησαν οι Γερμανοί ήταν η ειλικρίνειά μου... Ο Μπέντακ, ο τότε Γερμανός στρατηγός, μου χάρισε τη ζωή. Και μου το είπε μετά την αποφυλάκισή μου. Μου έδωσαν χάρη 25η Μαρτίου του ’44. Μαζί με πολλούς άλλους. Από εκεί υπάρχει και η φωτογραφία – θα την έχεις δει. Δημοσιεύθηκε στην “Καθημερινή”. Εγώ είμαι στη γωνιά, στην κορυφή, ως ο ψηλότερος. Κρατάω το παλτό μου και αρνούμαι να σηκώσω το χέρι μου όταν φώναξε “Χάιλ, Χίτλερ” ο τότε πολιτικός διοικητής της Κρήτης (Ιωάννης Πασσαδάκης).

Ξαναγύρισα στην ενεργό “υπηρεσία” και συνέχισα κανονικά. Κυκλοφορούσα ένοπλος πάντοτε. Οι Γερμανοί με υποψιάζονταν, αποδείξεις δεν είχαν, υπήρχε και μια σιωπηρή από μέρους τους αναγνώριση ότι είμαι ένας πατριώτης άνθρωπος, ο οποίος λέει τη γνώμη του. Περιττεύει να σου πω, Μιχάλη, ότι οι Γερμανοί επεχείρησαν, όταν ήμουν κρατούμενος, υπό δραματικές συνθήκες, να με πείσουν ότι πρέπει να μετάσχω στον αντικομμουνιστικό αγώνα. Εγώ τους έλεγα ότι προτεραιότητα έχει να νικήσουμε εμείς εσάς και, μετά, θα δούμε τι θα κάνουμε με τους κομμουνιστές. Ανοιχτά μιλούσαμε. Δεν είχα κανένα πρόβλημα...

Η εκκένωση της Κρήτης άρχισε το καλοκαίρι του ’44. Οι Γερμανοί που μείνανε, μείνανε διότι δεν εμπόρεσαν να φύγουν. Απεκλείσθησαν. Δεν μπόρεσαν να φύγουν οι Γερμανοί της Κρήτης, δεν μπόρεσαν να φύγουν οι Γερμανοί των Δωδεκανήσων, και δεν μπόρεσαν να φύγουν οι ελάχιστοι Γερμανοί που ήταν στη Μήλο. Εκράτησαν μια οχυρά ζώνη που ήταν ο μισός νομός Χανίων. Επέλεξαν τα Χανιά, και διότι ήταν η πρωτεύουσα, αλλά κυρίως διότι είχε τη Σούδα και διότι ήταν το αεροδρόμιο του Μάλεμε. Οι Γερμανοί ήσαν τουλάχιστον δεκατρείς χιλιάδες και λίγοι Ιταλοί. Εγώ ήμουν στην κατεχόμενη ζώνη. Με το ΕΑΜ είχαμε κοινή επιτροπή, η οποία είχε την έδρα της λίγο παραέξω από την κατεχόμενη ζώνη, στην οποία μετείχα κι εγώ, κι έφευγα από τα Χανιά και πήγαινα στην Παναγιά των Κεραμειών, ένα μικρό χωριουδάκι. Οι Γερμανοί μπήκαν, κρατήθησαν μέσα στα Χανιά πλέον. Επικεφαλής ήταν ο Μπέντακ. Οι Βρετανοί είχαν από καιρό αντιμετωπίσει το πρόβλημα των αποκλεισμένων Γερμανών. Δεν ήσαν διατεθειμένοι να διαθέσουν ούτε έναν άνδρα, διότι τους είχαν αιχμαλώτους, τους άφηναν εκεί. Εν τω μεταξύ, ήθελαν όμως να τους πείσουν να παραδοθούν. Και έκαναν πόλεμο να τους σπάσουν το ηθικό. Εκεί ενεπλάκην κι εγώ.

Και αρχίσαμε την προσπάθεια, με έναν Αγγλο επιλοχία, τον Κόλιν, να παραδοθούν οι Γερμανοί. Εγώ κυκλοφορούσα και είχα αρχίσει τις κουβέντες με τους Γερμανούς. Επεδίωκα να τους πείσω να παραδοθούν. Οι Γερμανοί δεν παρεδίδοντο. Ζήτησα να δω τον αρχηγό της γερμανικής αντικατασκοπείας, ήταν ένας λοχαγός Βελντχάγκε. Και πράγματι συναντήθηκα μαζί του, στο σπίτι ενός φίλου μου, στα Χανιά μέσα. Πήγα φυσικά ένοπλος, είχα το πιστολάκι μου εδώ, και όση ώρα κουβεντιάζαμε άνοιξα και το σακάκι μου για να το βλέπει, για να καταλάβει ότι, εάν γινότανε καμιά..., θα την πλήρωνε ο ίδιος πρώτα. Δεν συνέβη τίποτα. Αλλά οι Γερμανοί δεν παρεδίδοντο. Συνεχιζόταν η κουβέντα, με αρνητικά αποτελέσματα. Oταν, κατά τρόπον τελείως τυχαίο, με συνέλαβαν εμένα, μαζί με τον Αγγλο επιλοχία, τον Κόλιν. Δηλαδή έστειλαν κάποιον Γερμανό δήθεν να παραδοθεί, έκαμε το λάθος ο Κόλιν –ασυγχώρητο λάθος– να τον φωνάξει στο σπίτι όπου έμενε. Μας μπλόκαραν όλους μαζί και μας χώσαν μέσα. Και βρεθήκαμε στην εξής περίεργο κατάσταση: από κει που κάναμε διαπραγματεύσεις, να είμαστε υποψήφιοι για εκτέλεση από τους Γερμανούς. Οι Γερμανοί πράγματι εκείνες τις μέρες ταλαντεύθησαν πολύ, όπως εκ των υστέρων έμαθα.

Η ανταλλαγή

Αυτά συνέβησαν Οκτώβριο - Νοέμβριο του ’44. Εγώ, στη δεύτερή μου σύλληψη, δεν μπορούσα να αρνηθώ την ευθύνη μου. Αλλά είπα στους Γερμανούς ότι «Κύριοι, πώς τολμάτε να με συλλάβετε όταν είμαι συνομιλητής σας; Θα με κατηγορήσετε εμένα ότι έχω επαφή με το Βρετανικό Στρατηγείο κι είμαι κατάσκοπος, όταν έχετε κάμει διαπραγμάτευση μαζί μου; Αρνηθήκατε (την παράδοση), αλλά δεχτήκατε να κάνετε την κουβέντα. Δεν απολογούμαι για τίποτα. Είσθε σε αταξία. Αλλά βέβαια εγώ αυτά τα ’λεγα... Αλλά οι Γερμανοί, οι οποίοι ήσαν και απελπισμένοι εκείνη την εποχή, είχαν και αυτοί τα δικά τους, τις δικές τους επιδιώξεις. Περάσαμε κίνδυνο μεγάλο, αλλά δεν μας εξετέλεσαν τελικά.

Και αφέθην ελεύθερος, με μια ανταλλαγή η οποία είναι μοναδική, διότι αντηλλάγημεν εμείς οι κατάσκοποι με στρατιώτες. Και γι’ αυτό χρειάστηκε ο ανώτερος διοικητής των Συμμάχων στη Μεσόγειο να το εγκρίνει. Από γερμανικής πλευράς έφτασε στον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου. Και μερικοί είπαν –και εγράφηκε στη Γερμανία– ότι ο Χίτλερ προσωπικά ενέκρινε αυτή την περίεργη ανταλλαγή, η οποία έγινε στη Γεωργιούπολη...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ