ΥΓΕΙΑ

Γαλακτομικά χαμηλών λιπαρών συνδέονται με το Πάρκινσον

Η νέα μελέτη είναι η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα για τη σχέση γαλακτοκομικών και Πάρκινσον.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Υγεία

Οι άνθρωποι που καταναλώνουν πολλά γαλακτοκομικά προϊόντα με χαμηλά λιπαρά (τουλάχιστον τρεις μερίδες κάθε μέρα), αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν τη νόσο Πάρκινσον, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα. Οι ερευνητές της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό Neurology της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, ανέλυσαν στοιχεία για περίπου 80.700 γυναίκες και 48.600 άνδρες, σε χρονικό ορίζοντα 25 ετών. Σε αυτό το διάστημα, 1.036 άτομα εμφάνισαν Πάρκινσον.

Η μελέτη συσχέτισε την κατανάλωση κάθε είδους γαλακτοκομικών προϊόντων (γάλακτος, τυριού, γιαουρτιού, βουτύρου, παγωτού κ.ά.), διαφόρων περιεκτικοτήτων σε λιπαρά. Τα γαλακτοκομικά με πλήρη λιπαρά δεν φάνηκε να αυξάνουν τον κίνδυνο για Πάρκινσον. Οσοι καταναλώνουν πάνω από τρεις μερίδες γαλακτομικών με χαμηλά λιπαρά την ημέρα, έχουν κατά μέσον όρο 34% μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν τη νευροεκφυλιστική πάθηση, σε σχέση με όσους τρώνε λιγότερη από μία μερίδα.

«Η μελέτη μας είναι η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα για τη σχέση γαλακτοκομικών και Πάρκινσον. Τα ευρήματα δείχνουν ότι υπάρχει μια μέτρια αύξηση του κινδύνου για Πάρκινσον λόγω της μεγαλύτερης κατανάλωσης γαλακτοκομικών προϊόντων με χαμηλά λιπαρά. Τέτοια προϊόντα, που καταναλώνονται ευρέως, μπορεί να αποτελούν έναν παράγοντα κινδύνου για τη νόσο», δήλωσε η Χιουζ. Η συνολική κατανάλωση γαλακτοκομικών (τόσο με χαμηλά όσο και με πλήρη λιπαρά) σχετίζεται επίσης με αυξημένο κίνδυνο για Πάρκινσον.

Παρ’ όλα αυτά, όπως επισήμαναν οι επιστήμονες, ο κίνδυνος είναι χαμηλός, καθώς από τους συμμετέχοντες στη μελέτη που κατανάλωναν τουλάχιστον τρεις μερίδες γαλακτοκομικών με χαμηλά λιπαρά κάθε μέρα, μόνο το 1% εμφάνισε Πάρκινσον στη διάρκεια της 25ετίας. Συγκριτικά, από όσους κατανάλωναν λιγότερο από μία μερίδα γαλακτοκομικών με χαμηλά λιπαρά καθημερινά, το 0,6% εμφάνισε τη νόσο. Οι ερευνητές τόνισαν ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα προτού γίνουν οι όποιες συστάσεις.

Το αγελαδινό γάλα

Τα παιδιά που δεν πίνουν αγελαδινό γάλα, αλλά φυτικής προέλευσης (καρύδας, αμυγδάλου, σόγιας κ.ά.), είναι πιο κοντά ως προς το ύψος από ό,τι τα παιδιά που πίνουν το παραδοσιακό γαλακτοκομικό γάλα, σύμφωνα με μια νέα καναδική επιστημονική έρευνα. Οσο περισσότερο μη αγελαδινό γάλα φυτικής προέλευσης πίνει ένα παιδί, τόσο πιο κοντό είναι. Για κάθε ποτήρι μη αγελαδινού γάλακτος που πίνει ένα παιδί καθημερινά, γίνεται κατά μέσον όρο 0,4 εκατοστά πιο κοντό από τον μέσον όρο για την ηλικία του. Από την άλλη, για κάθε ποτήρι αγελαδινού γάλακτος τη μέρα, ένα παιδί έχει 0,2 εκατοστά μεγαλύτερο ύψος από τον μέσον όρο.

Η μέση διαφορά ύψους ανάμεσα σε ένα παιδί που κάθε μέρα πίνει τρία ποτήρια (ή φλιτζάνια) αγελαδινού γάλακτος και σε ένα παιδί που πίνει την ίδια ποσότητα γάλακτος αλλά όχι αγελαδινού, είναι 1,5 εκατοστά υπέρ του πρώτου. Αλλά και τα παιδιά που πίνουν ένα συνδυασμό αγελαδινού και άλλου γάλακτος, έχουν μικρότερο ύψος από τον μέσον όρο.

Οι ερευνητές του νοσοκομείου του Αγίου Μιχαήλ στο Τορόντο, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στην επιθεώρηση American Journal of Clinical Nutrition, ανέλυσαν στοιχεία για 5.034 παιδιά ηλικίας δύο έως έξι ετών. Από αυτά, το 13% έπινε καθημερινά κάποιο άλλο είδος γάλακτος πλην του αγελαδινού, ενώ τα υπόλοιπα έπιναν αγελαδινό.

Οσον αφορά την αιτία που το μη αγελαδινό γάλα υστερεί στο θέμα του ύψους, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι αυτό συμβαίνει επειδή δεν διαθέτει τις ίδιες πρωτεΐνες και λίπη με το αγελαδινό. Με την εξαίρεση του γάλακτος σόγιας, τα άλλα μη γαλακτοκομικά γάλατα δεν περιέχουν σχεδόν καθόλου πρωτεΐνες. Οσον αφορά τα λίπη («κακά» για έναν ενήλικα, αλλά ωφέλιμα για ένα παιδί), μόνο το γάλα καρύδας έχει σχετικά μεγαλύτερες ποσότητες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ