ΒΙΒΛΙΟ

Η απόπειρα δολοφονίας του Μπομπ Μάρλεϊ...

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΛΟΣΠΥΡΟΣ

Συναυλία του Μάρλεϊ στο Παρίσι το 1980. Τέσσερα χρόνια πριν, ο μουσικός της ρέγκε έγινε στόχος ενόπλων, γεγονός που ενέπνευσε τον συγγραφέα Μάρλον Τζέιμς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

MARLON JAMES
Η σύντομη ιστορία επτά φόνων
Μτφρ.: Πάνος Τομαράς
Πρόλογος-Παράρτημα: Λάμπρος Φάτσης
εκδ. Αίολος, σελ. 760

Είναι Δεκέμβριος του 1976. Ο Αλεξ Πιρς, δημοσιογράφος του Rolling Stone, έχει ταξιδέψει στην Τζαμάικα για να πάρει συνέντευξη από τον Μπομπ Μάρλεϊ, τον προστάτη άγιο των απόκληρων της χώρας, τον συνθέτη και τραγουδιστή που οι αφίσες του στολίζουν ολοένα και περισσότερα δωμάτια νέων στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο κι όπου αλλού φτάνει η ρέγκε μέσω των δίσκων βινυλίου και των ερτζιανών. Ο Πιρς προσεύχεται καθημερινά γονατισμένος μπροστά στο εικόνισμα του Γκέι Τελίζ. Είναι ατρόμητα εριστικός και τυχοδιωκτικά αυθάδης· γκρινιάζει συνέχεια, συνήθως για ασήμαντες αφορμές, και του αρέσει να πιστεύει ότι είναι επικίνδυνος, ένας ζόρικος τύπος. Το παρουσιαστικό του πάντως θυμίζει ηθοποιό που ετοιμάζεται να περάσει από οντισιόν για τον ρόλο του Ιησού στο μιούζικαλ «Jesus Christ Superstar»· θα μπορούσε να είναι και ο σωσίας του Ντένις Γουίλσον, όπως τον απαθανάτισε ο φακός για το εξώφυλλο του Pacific Ocean Blue.

Το ραντεβού για τη συνέντευξη έχει οριστεί για τις έξι το απόγευμα στις 2 Δεκεμβρίου του ’76. Ομως ο φύλακας είναι ανένδοτος, δεν αφήνει τον Πιρς να περάσει το κατώφλι της οικίας του Μάρλεϊ, του τεμένους της νέας μουσικής. Δεν τον κάμπτουν τα φάλτσα παράπονα του «χίπη» ούτε η απόπειρα δωροδοκίας του με ένα μάτσο αμερικανικά δολάρια, τόσο πολύτιμα για κάθε Τζαμαϊκανό. Το βράδυ της επόμενης μέρας, μια ομάδα νεαρών, επί το πλείστον, πιστολάδων θα μπουκάρουν στην κατοικία, που παραδόξως θα είναι τότε αφρούρητη και θα επιχειρήσουν να κάνουν κόσκινο το σώμα του θαυματουργού μιγά – ευτυχώς, χωρίς επιτυχία.

«Στην Τζαμάικα εμπιστεύεσαι μόνο τις φήμες, όχι τα γεγονότα», δήλωσε χαμογελώντας σαρδόνια σε έναν άλλον δημοσιογράφο, του Channel 4, o Μάρλον Τζέιμς, φωτίζοντας με πικάντικους χρωματισμούς τα εθνογραφικά σκηνικά του βραβευμένου με Booker μυθιστορήματός του, της οπερετικής, μεγαλειώδους «Σύντομης ιστορίας επτά φόνων». Οι φήμες είναι τα κομμάτια απ’ το τεμαχισμένο κορμί της αλήθειας που είχε την ατυχία να βρεθεί σε διασταυρούμενα πυρά: ανάμεσα στους λίγους που γνωρίζουν πώς περίπου συνέβη το γεγονός και στους πολλούς που το αναπαράγουν όπως εύχονται να έχει συμβεί. Και ποιος είναι άραγε αρμοδιότερος καταγραφέας των απόηχων μιας φήμης από τον συγγραφέα, τον κατεξοχήν κανίβαλο της αλήθειας; Και πώς είναι δυνατόν από ένα βιβλίο που βασίζεται σ’ ένα σωρό φήμες και συνωμοσίες, να απουσιάζει ένας δημοσιογράφος, ηθελημένα ή όχι, ο συνένοχος του συγγραφέα-κανίβαλου;

• Γεγονός πέρα από κάθε αμφιβολία: Τη νύχτα της 3ης Δεκεμβρίου του ’76, επτά, μπορεί και περισσότεροι, πιστολάδες εισέβαλλαν στην κατοικία του Μπομπ Μάρλεϊ με σκοπό να εκτελέσουν εκείνον και όποιο μέλος του συγκροτήματός του, οικογενειακό ή φιλικό του πρόσωπο, ατζέντη ή θαυμαστή του στεκόταν εμπόδιο στον δρόμο που θα άνοιγαν οι καπνισμένες κάννες τους.

• Φήμη που παρουσιάζει ο Τζέιμς στο μυθιστόρημά του: Μια συμμορία εκβιαστών έστησε κάτι κούρσες στον ιππόδρομο και αντί τα λεφτά να μοιραστούν ισόποσα στους δράστες, κάποιοι απ’ αυτούς τα άρπαξαν και το μερτικό των υπολοίπων έκανε φτερά. Οπότε κάποιος πρέπει να πληρώσει γι’ αυτό και να τους δώσει τα λεφτά που κέρδισαν με το σπαθί τους. Κι αυτός δεν είναι άλλος από εκείνον που βοηθάει τόσες και τόσες οικογένειες να μεγαλώσουν και σπουδάσουν τα παιδιά τους: ο Μπομπ Μάρλεϊ, στο μυθιστόρημα αναφερόμενος ως ο Τραγουδιστής. Κι αφού ο Μάρλεϊ αρνήθηκε να πληρώσει ήταν αδύνατον τα όπλα να παραμείνουν σιωπηλά.

• Γεγονός που υπερβαίνει τη μυθολογία της φήμης και ασπάζεται κι ο Μάρλον Τζέιμς: Η απόπειρα δολοφονίας του Μάρλεϊ έχει ηθικούς αυτουργούς και αφανείς εντολοδόχους. Είναι η CIA και το Εργατικό Κόμμα της Τζαμάικας, η συντηρητική αντιπολίτευση. Βλέπετε, ο Μάρλεϊ δεν μπόρεσε να μη λερωθεί από τη ρετσινιά που κάθε πυκνοϋφασμένη πλεκτάνη επιφυλάσσει στα θύματά της· στην προκειμένη περίπτωση επειδή τόλμησε να οραματιστεί μια συναυλία για την ειρήνη. Μια συναυλία με στόχο την ανακωχή στην εμφύλια διαμάχη ανάμεσα στην κυβέρνηση του σοσιαλιστικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) και στην αντιπολίτευση των συντηρητικών, μια αντιπαράθεση που θα ρήμαζε τη χώρα για πολλά χρόνια ακόμα. Η συναυλία είχε σχεδιαστεί να είναι πολιτικά αχρωμάτιστη, ωστόσο λογάριαζε χωρίς τις διαθέσεις της κυβέρνησης: μεταθέτοντας, πονηρά σκεπτόμενο, την ημερομηνία των επερχόμενων εκλογών, για να τη φέρει πιο κοντά στο σόου, το ΕΛΚ καπηλεύτηκε το εθνικό γεγονός μασκαρεύοντάς το σε προεκλογική συγκέντρωση. Πάντως, οι φήμες έλεγαν ότι ο Μάρλεϊ έτρεφε ούτως ή άλλως φιλικά αισθήματα για τους σοσιαλιστές.

Ο Τραγουδιστής και ο «κίνδυνος»

Επομένως, μια τέτοια προσωπικότητα, η οποία συνιστούσε για τις ΗΠΑ μια απειλή εξίσου ισχυρή με τον ηγέτη οποιασδήποτε τριτοκοσμικής μπανανίας, έπρεπε πάση θυσία να φύγει από τη μέση. Μαντέψτε λοιπόν ποιο απ’ τα δύο κόμματα χρηματοδοτούσε η CIA, ποιο φρόντισε να εξοπλίσει μέχρι την τελική ανατροπή, καθώς και ποιος όπλισε το χέρι των οκτώ, σύμφωνα με την εκδοχή του Μάρλον Τζέιμς, επίδοξων δολοφόνων.

Στο πολυφωνικό αρχιτεκτόνημα του Τζέιμς κάθε σημαντικός χαρακτήρας έχει το δικαίωμα να πάρει τον λόγο. Οπως οι Ντίμους και Μπαμ-Μπαμ, δύο τυχαίοι «ρούντις», δηλαδή έφηβοι εκτελεστές, που ξεπαστρεύουν αθώους και ένοχους για λογαριασμό των μεγάλων κομμάτων. Ή όπως η φωνακλού και αλλοπαρμένη Νίνα Μπέρτζες, που η βελόνα στο εσωτερικό της πικάπ έχει κολλήσει στη γλυκόπικρη μελωδία από τη φλογερή μα μοναδική βραδιά που πέρασε με τον Τραγουδιστή.

Αλλά κι ο Μπάρι Ντιφλόριο, ο σταθμάρχης της CIA στο νησί, που εργάζεται με τεχνοκρατική, ψυχροπολεμική ευσυνειδησία για την εξάλειψη του «κομμουνιστικού κινδύνου». Φυσικά, γνωρίζουμε και τους Ντον του Κίνγκστον, όπως τον κτηνώδη Πάπα-Λο και τον Τζόζι Γουέιλς, τον αψυχολόγητο και παραγνωρισμένο υπαρχηγό του. O Γουέιλς είναι το ολόγραμμα ενός υπαρκτού προσώπου, του Λέστερ Κόουκ, του βαρώνου του κρακ τη δεκαετία του ’80 και πατέρα του Κρίστοφερ «Ντάντας» Κόουκ, του διαδόχου του στον θρόνο του Πιο

Ανηλεούς Γκάνγκστερ της Τζαμάικας – ψήγματα της ιστορίας του παραθέτει ο Τζον Τζερεμάια Σάλιβαν στο «The Last Wailer», το καταπληκτικό του άρθρο για τη συνάντησή του με τον Μπάνι Γουέιλερ, τον τελευταίο επιζώντα από την μπάντα του Μπομπ Μάρλεϊ. Και βέβαια υπάρχει και ο Αλεξ Πιρς, μυθοπλαστικό εκμαγείο του Τίμοθι Γουάιτ, βιογράφου του Μάρλεϊ και περιζήτητου μουσικού συντάκτη.

Ηταν τα επικαιροποιημένα πορίσματα της έρευνας του Γουάιτ σχετικά με την τύχη εκείνων που συμμετείχαν στην επίθεση στον Μάρλεϊ, που ενέπνευσαν τον Τζέιμς για να γράψει το μυθιστόρημα. Η πολυκύμαντη ιστορία των πολύ περισσότερων από επτά φόνων ολοκληρώνεται το 1991, χρονιά που ο Τίμοθι Γουάιτ δημοσίευσε το ρεπορτάζ του στο περιοδικό Spin. Μέχρι εκείνο το σημείο παρακολουθούμε τις ζωές των πιο ικανών, τυχερών και εντέλει τραγικών ηρώων, με ενδιάμεσους σταθμούς το 1979 και, ιδίως, το 1985, όταν κάποιοι έχουν πια μεταναστεύσει ή επιστρέψει στη Νέα Υόρκη, ενώ άλλοι πηγαινοέρχονται από το Κίνγκστον στο Μαϊάμι και στη Νέα Υόρκη.

Η «Σύντομη ιστορία επτά φόνων» είναι πολλά πράγματα μαζί. Υποβλητικά και επιβλητικά γραμμένη, κατοικημένη με τρισδιάστατους χαρακτήρες, αλλά και έναν τετραδιάστατο Μπομπ Μάρλεϊ, που ανεβαίνει στους λογοτεχνικούς ουρανούς από τις σελίδες του βιβλίου ως αιθέρια, υπερβατική αλλά ευτυχώς όχι και αγιοποιημένη φιγούρα. Είναι επίσης φοδραρισμένη με πνευματώδεις διαλόγους που ηχούν σαν αντίλαλοι των στιχομυθιών που προσδίδουν στον «Υπόγειο κόσμο» του ΝτεΛίλο το μπρίο και τη ζωντάνια του. Και είναι φορτισμένη με πολυάριθμες αναφορές σε στίχους σκα, ρέγκε και κλασικών ροκ επιτυχιών καθώς και στις σειρές της εποχής, αλλά και φορτωμένη high-brow επιρροές που εκκινούν απ’ το «Καθώς Ψυχορραγώ» του Φόκνερ και καταλήγουν στο τηλεοπτικό «The Wire» του ΗΒΟ. Τέλος, είναι πολύ καλά μεταφρασμένη από τον Πάνο Τομαρά και κατατοπιστικά πλαισιωμένη από τον πρόλογο και το παράρτημα του Λάμπρου Φάτση. Αυτό το σοκαριστικό, αιματοβαμμένο και καθαρτήριο μυθιστόρημα είναι με διαφορά το καλύτερο από όσα βραβεύτηκαν με Booker την τελευταία δεκαετία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ