Η ενούρηση αποτελεί μια από τις συχνότερες διαταραχές της παιδικής ηλικίας που, αν και δεν θεωρείται από τις βαρύτερες, απασχολεί πολύ τα παιδιά ή τις οικογένειές τους και προβληματίζει τους γονείς.

Με βάση την κατηγοριοποίηση κατά το DSM- IV4, ως ενούρηση χαρακτηρίζεται η ακούσια απώλεια ούρων σε ένα παιδί ηλικίας 5 ετών ή μεγαλύτερο, συχνότητας 2 φορές την εβδομάδα και διάρκειας τουλάχιστον 3 μηνών. Ως νυχτερινή ενούρηση χαρακτηρίζεται η ακούσια απώλεια ούρων μόνο κατά τη διάρκεια του νυχτερινού ύπνου. (International Children Continence Society) χωρίς εμφανή οργανική αιτία.

Η ενούρηση χαρακτηρίζεται οργανική όταν οφείλεται σε οργανικά αίτια όπως, π.χ. ο σακχαρώδης διαβήτης, η λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος ή η επιληπτική διαταραχή και λειτουργική όταν δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποια οργανική διαταραχή. Ακόμη διακρίνεται σε πρωτοπαθή, όταν αναφερόμαστε σε παιδιά που δεν έχουν ποτέ κατακτήσει τον έλεγχο των σφιγκτήρων, και σε δευτεροπαθή, όταν αναφερόμαστε σε παιδιά τα οποία ενώ είχαν επιτύχει έλεγχο για τουλάχιστον 1 έτος ξανάρχισαν να βρέχονται.

Το 80% των περιπτώσεων πρόκειται για πρωτοπαθή ενούρηση. H ικανότητα του παιδιού να ελέγχει τους σφιγκτήρες του οργανώνεται σταδιακά, από το τέλος του πρώτου έτους και θεωρούμε ότι έχει κατακτηθεί οριστικά, μόνο εφόσον έχει γίνει αυτόματη, δηλαδή γύρω στα τρία με τέσσερα χρόνια.

Aυτή η πορεία εξαρτάται από τη νευρολογική ωρίμαση του παιδιού, αλλά και από τα μηνύματα που παίρνει από το περιβάλλον του. H νυχτερινή ενούρηση, έχει χαρακτηριστεί ως το πιο συχνό και χρόνιο πρόβλημα των παιδιών αλλά και των γονιών τους. Πρόκειται για ένα σύμπτωμα που αφορά το 10-15% των παιδιών με μια σαφή υπεροχή των αγοριών (2 προς 1) σε σχέση με τα κορίτσια.

Yπάρχει ένα ποσοστό ενουρήσεων που εξελικτικά θεραπεύονται, ενώ η συχνότητα του συμπτώματος μειώνεται όσο μεγαλώνει το παιδί.

Πιθανά σωματικά - οργανικά αίτια:

i.     Μικρό μέγεθος της ουροδόχου κύστης
ii.    Γενετικοί παράγοντες – κληρονομικότητα. Αν ο ένας γονιός παρουσίασε, κατά την παιδική του ηλικία, νυχτερινή ενούρηση το ποσοστό εμφάνισης για το παιδί είναι 45%. Το ποσοστό αυξάνεται στο 75% αν και οι δύο γονείς του παιδιού υπήρξαν ενουρητικοί
iii.   Λοίμωξη της ουροδόχου κύστης και των νεφρών. • Μειωμένη έκκριση της αντιδιουρητικής ορμόνης
iv.   Σακχαρώδης Διαβήτης
v.    Υπερθυρεοειδισμός
vi.   Βαρύς ύπνος: Ο εγκέφαλος αποτυγχάνει να ανταποκριθεί στα μηνύματα που του δίνει η ουροδόχος κύστη. Έτσι, η κύστη αδειάζει χωρίς να το συνειδητοποιήσει ο εγκέφαλος
vii.  Η χαμηλή ευαισθησία του σφικτήρα
viii. Κατανάλωση τροφών που περιέχουν υψηλά επίπεδα χρωστικών και γλυκαντικών ουσιών
ix.   Δυσκοιλιότητα

Πιθανά ψυχογενή αίτια:

i.    Αισθήματα ζήλιας απέναντι σε μικρότερο αδελφό/ή
ii.   Ανασφάλεια, αγχώδεις εκδηλώσεις (υπερβολικές σχολικές απαιτήσεις)
iii.  Ψυχοσυναισθηματική ανωριμότητα
iv.  Προβλήματα επικοινωνίας και καυγάδες ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας
v.   Κοινωνική απομόνωση (για τα μεγαλύτερα παιδιά)
vi.  Φοβίες (ζώα, φαντάσματα, κεραυνοί, θάνατος)
vii. Προσπάθεια διεκδίκησης της προσοχής σας

Yπάρχουν ενδείξεις ότι η πρωτοπαθής ενούρηση οφείλεται σε βιολογικούς – γενετικούς παράγοντες. Όσον αφορά τη δευτεροπαθή ενούρηση, εμφανίζεται συχνά γύρω στα πέντε με οχτώ χρόνια έπειτα από κάποιο γεγονός, όπως, για παράδειγμα, ο ερχομός καινούριου παιδιού στην οικογένεια, η επιστροφή στο σχολείο, ένα ταξίδι κι ο αποχωρισμός από τους γονείς του, τα προβλήματα στη σχέση μεταξύ των γονιών, η συγκρουσιακή ατμόσφαιρα κ.λπ. H ενούρηση διακρίνεται στους εξής τύπους: αποκλειστικά νυχτερινή ενούρηση, αποκλειστικά ημερήσια ενούρηση, νυχτερινή και ημερήσια ενούρηση.

Aνεξάρτητα όμως από την αιτιολογία της ενούρησης, το σύμπτωμα είναι πηγή ντροπής, ταπείνωσης και δυσφορίας για το παιδί. Nιώθει ανίσχυρο, αβοήθητο και ανίκανο να το ελέγξει. Η παιδική, περιοδική ενούρηση μέχρι την ηλικία των 5 ετών είναι κάτι που δεν θα πρέπει να ανησυχεί ιδιαίτερα τους γονείς. Βέβαια, κρίνεται σκόπιμο να απευθυνθείτε στον παιδίατρο του παιδιού σας εάν συνεχίζει η κατάσταση να επιμένει. Είναι φυσιολογικό η δυσλειτουργία αυτή στην καθημερινότητα της οικογένειας να επηρεάζει αρνητικά τους γονείς, οι οποίοι συχνά μπορεί να εκνευριστούν, να θυμώσουν με το παιδί, να το αγχώσουν πως δεν προσπαθεί αρκετά, να του προκαλέσουν ενοχές για την «ακατάλληλη συμπεριφορά του και την αδυναμία του να μάθει».

Aυτή είναι η λάθος αντιμετώπιση των γονιών, αφού δημιουργεί στο παιδί αίσθημα ανεπάρκειας, ντροπής, κατωτερότητας ενδυναμώνοντας σχέσεις επίκρισης και σύγκρουσης, ενώ αποδυναμώνει το αίσθημα στήριξης, ασφάλειας και αποδοχής από τους γονείς στα παιδιά.

Τι μπορούν οι γονείς να κάνουν:

i.    Η εκμάθηση των κανόνων υγιεινής και καθαριότητας στην τουαλέτα είναι καλό να γίνεται με υπομονή
ii.   Φροντίστε, το παιδί αρκετές ώρες πριν την βραδινή κατάκλιση, να μην καταναλώνει υγρά και τροφές που έχουν μεγάλη περιεκτικότητα σε καφεΐνη και υγρά
iii.  Πριν την νυχτερινή κατάκλιση βεβαιωθείτε πως το παιδί έχει ουρήσει
iv.  Είναι καλό να αφήνετε ένα φως αναμμένο όλη τη νύχτα, έτσι ώστε αν το παιδί χρειαστεί, να μπορεί εύκολα να πάει στην τουαλέτα
v.   Σεβαστείτε τον προσωπικό ρυθμό του παιδιού σας. Μην το πιέζετε να ουρήσει με ρυθμούς που εξυπηρετούν τους ενήλικες
vi.  Είναι καλό να σηκώνετε το παιδί κάθε 2- 3 ώρες, έτσι ώστε να αποφεύγονται τυχόν ατυχήματα. Ακόμη είναι σκόπιμο να καταγράφετε τις συνήθειές του τη νύχτα, ώστε να προλαβαίνετε να το σηκώνετε έγκαιρα για να πάει στην τουαλέτα
vii. Όταν συμβούν νυχτερινά ατυχήματα μην το μαλώσετε γιατί θα το κάνετε να νοιώσει ενοχές και μειονεκτικά για το συμβάν της ενούρησης
viii. Είναι σκόπιμο να επιβραβεύετε τις «στεγνές νύχτες», όπως και να τις καταγράφετε μαζί με το παιδί για να βλέπει την πρόοδο που έχει κάνει και να αποκτά αυτοπεποίθηση
ix.  Αγοράστε μια συσκευή αφύπνισης, «αισθητήρας υγρασίας» έτσι ώστε το παιδί να ξυπνά στις πρώτες σταγόνες και να ολοκληρώνει την ούρησή του στην τουαλέτα

Η παιδική ενούρηση είναι μια δυσλειτουργία που υπονομεύει την αυτοεκτίμηση των παιδιών, τα καθιστά ανήμπορα και τα απομονώνει από τους φίλους, τους συνομηλίκους τους, την οικογένεια. Είναι καλό, οι γονείς, να σταθείτε δίπλα στο παιδί σας με υπομονή και κατανόηση.

O ειδικός θα αξιολογήσει το χρόνο που εμφανίστηκε η ενούρηση, αν, για παράδειγμα, το παιδί δεν ήταν ποτέ στεγνό ή ένα διάστημα ήταν στεγνό και ύστερα από κάποιο γεγονός άρχισε πάλι να βρέχεται το βράδυ, πόσο καιρό συμβαίνει αυτό, με τι ρυθμό, ποια στάση κρατά η οικογένεια προς το σύμπτωμα, ποιες είναι οι αντιδράσεις του παιδιού, τι είδους τακτικές αντιμετώπισης έχουν ήδη εφαρμοστεί κ.ά.

Aν αποδειχθεί ότι η ενούρηση έχει οργανική αιτιολογία (π.χ. διαβήτης, επιληψία, ανωμαλίες ουροποιητικού κ.λπ.), αντιμετωπίζεται καταρχήν το οργανικό πρόβλημα. H ενημέρωση του παιδιού σχετικά με το θέμα της ενούρησης ίσως κριθεί από τον ειδικό απαραίτητη, προκειμένου να απενοχοποιηθεί το παιδί αλλά και να απομυθοποιηθεί το σύμπτωμα. Έτσι το παιδί θα πάψει να νιώθει θύμα αυτής της κατάστασης.
 

Από την Μαρίνα Μπακρατσά, Κλινικό-Σχολικό Ψυχολόγο Mres/Mphill, Γνωσιακό Συμπεριφορικό Θεραπευτή CBT, Γνωστικό Αναλυτικό Θεραπευτή CAT, Συνεργάτιδα Ιατρικού Π. Φαλήρου.

Όμιλος Ιατρικού Αθηνών

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ