Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Τι μου έμαθαν ο Καναδάς και ο Big Alex;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΞΕΝΑΚΗΣ

Πέρασα μία εβδομάδα στον Καναδά, όπου είδα και έκανα πολλά. Ένα όμως δεν θα ξεχάσω ποτέ: τον Big Alex. Ο Alex είναι οδηγός λεωφορείου και είχαμε στην κυριολεξία την τύχη να μας ξεναγήσει στους καταρράκτες του Νιαγάρα.

Η εκδρομή ήταν ημερήσια. Ξεκινήσαμε στις 9 το πρωί. Το λεωφορείο σταμάτησε στη στάση και βγήκε από μέσα ένας πανύψηλος ξανθός τύπος γεμάτος ενέργεια με βερμούδα και τεράστιο χαμόγελο. Από την πρώτη στιγμή ήταν σαν να τον ξέραμε και να μας ήξερε καιρό. Μας καλωσόρισε σαν να μπαίναμε σπίτι του. Μας έβαλε με γεωμετρική ακρίβεια στις θέσεις μας, γιατί το λεωφορείο θα γέμιζε. Εμένα με έβαλε να κάτσω δίπλα σε έναν Γάλλο, που ήταν κι αυτός μόνος, με τον οποίο τελικά γίναμε φίλοι.

Η διαδρομή μέχρι τους καταρράκτες κράτησε μιάμιση ώρα, κατά την οποία δεν σταμάτησε να μας ξεναγεί μέσα από το μικρόφωνο, το οποίο είχε προσαρμόσει στο στόμα του. Ήταν τόσο ενδιαφέροντα αυτά που έλεγε, αλλά και τόσο καθηλωτικός ο τρόπος που τα μοιραζόταν, που επί μιάμιση ώρα δεν βγάλαμε τσιμουδιά. Στο τέλος είχαμε μάθει περισσότερα για τον Καναδά απ’ ό,τι ξέρουμε για τη χώρα μας.

Μάθαμε για την οικογένεια στον Καναδά, για τους ανθρώπους, για τα ακίνητα, για την οικονομία, για το χόκεϊ, για τα εστιατόρια, για τη ζωή, για τα πάντα. Ήταν σαν να μας τα έλεγε ο αγαπημένος μας καθηγητής στο σχολείο. Σαν να μη θέλαμε να τελειώσει το μάθημα. Το μεγαλύτερο μάθημα όμως ήταν η συγκλονιστική ειλικρίνεια του ανθρώπου αυτού. Δεν μας είπε αυτά που έπρεπε να ακούσουμε. Μοιράστηκε μαζί μας τη δική του γνήσια αλήθεια. Κάτι σαν εξομολόγηση. Μας είπε τι τον στενοχωρεί και τι τον πληγώνει στη χώρα του. Μας είπε για τον παλιό Καναδά και τι του λείπει. Μας είπε για τους φίλους και τις παρέες του. Τη μια πονούσε και την άλλη χαιρόταν. Επί μιάμιση ώρα παρέδιδε μαθήματα λεβεντιάς και ανθρωπιάς. Αλλά κι επί μιάμιση ώρα χαιρόταν σαν το παιδάκι που μοιράζεται τη δική του συναρπαστική ιστορία. Κι εμείς την απολαμβάναμε.

Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής τα μάτια του αναζητούσαν με αγωνία ό,τι αξιόλογο μπορούσε να μας δείξει, και πάντα έβρισκε κάτι. Φρόντισε ώστε οι στάσεις του λεωφορείου να γίνουν σε μαγαζιά ντόπιων μικροεπιχειρηματιών, που χρειάζονταν τη δική μας βοήθεια για να τα βγάλουν πέρα. Στο τέλος, μας πήγε για παγωτό στο αγαπημένο του μαγαζί. Ήταν όντως υπέροχο. Κάτι σαν να βγάζεις βόλτα τον κολλητό σου. 

Στο τέλος, μας ξεπροβόδισε και μας αποχαιρέτησε όρθιος έναν έναν και προσφέρθηκε να μας βοηθήσει για ό,τι άλλο θα χρειαζόμασταν κατά τη διαμονή μας, αν και μας τόνισε ότι η ειδικότητά του ήταν τα μπαρ και το χόκεϊ. Ίσως κάποια στιγμή ξεχάσω τον εντυπωσιακό Νιαγάρα. Ποτέ όμως δεν θα ξεχάσω πώς με έκανε να νιώσω ο Alex.

Εάν μας είχε απλώς οδηγήσει από και προς τους καταρράκτες, όλα θα ήταν πάλι εντάξει. Θα είχε κάνει τη δουλειά του και με το παραπάνω. Πάλι θα ήταν συνεπής και απέναντι σ’ εμάς, αλλά και απέναντι στο αφεντικό του. Δεν θα ήταν όμως συνεπής απέναντι στον εαυτό του. Απέναντι στη δική του συνείδηση. Για τον Alex το extra mile είναι τρόπος ζωής. Είναι η ταυτότητά του. Είναι το οξυγόνο του. Εάν του το κόψεις, θα πεθάνει.

Ο Alex είναι κορυφαίος σε αυτό που κάνει και το κάνει πρώτα απ’ όλα για πάρτη του. Είναι σίγουρο ότι το μεροκάματό του είναι πενιχρό, αλλά εκείνος δεν του επιτρέπει να μειώσει στο ελάχιστο το πάθος και την αγάπη γι’ αυτό που κάνει. Ούτε το κάνει για τα φιλοδωρήματα, γι’ αυτό και στο τέλος το κουτί είχε ξεχειλίσει.

Αυτός ο άνθρωπος ήταν ένα τεράστιο μάθημα για μένα και μου υπενθύμισε για μία ακόμα φορά ότι η επιτυχία, αλλά και η ευτυχία είναι, προσωπική, δική σου υπόθεση. Εξαρτάται, ξεκινάει και τελειώνει σ’ εσένα. Ο Big Alex ήταν ό,τι σημαντικότερο είδα στον Καναδά.

Κάπου είχα διαβάσει: «Γιατί να ψάχνεις όλη σου τη ζωή για ήρωες, όταν μπορείς να γίνεις ο δικός σου ήρωας;».

Αυτό ακριβώς. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ