ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

Η ελευθερία των άλλων και τα όρια της βλάβης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​ν αναρωτιέστε τι ακριβώς είναι ο φιλελευθερισμός και ποιος είναι φιλελεύθερος, σας έχω έναν εξαιρετικό ορισμό και μάλιστα από έναν Ελληνα συγγραφέα, τον Ανδρέα Λασκαράτο: «Φιλελεύθερος είναι βέβαια εκείνος που αυθορμήτως ζητεί να δώσει ελευθερίες. Εκείνος οπού ζητεί να λάβει ελευθερίες, ημπορεί να είναι, αλλά μπορεί και να μην είναι φιλελεύθερος». Με λίγες λέξεις, ο Λασκαράτος ορίζει άριστα τον φιλελευθερισμό και ταυτόχρονα μας προειδοποιεί. Ενώ φιλελεύθερος είναι αυτός που αδιάκοπα προσπαθεί να μεγιστοποιήσει τις ελευθερίες των άλλων, αυτός που δεν διαθέτει αυτό το φιλελεύθερο ένστικτο πιθανόν δεν είναι.

Είναι μια χρήσιμη διάκριση όπως μπορείτε και μόνοι σας να διαπιστώσετε. Θα διακρίνετε τότε αυτούς που χρησιμοποιούν την ελευθερία εργαλειακά. Που αγωνίζονται για τα δικά τους δικαιώματα ή των ομάδων στις οποίες ανήκουν. Αντιμετωπίζουν την ελευθερία ως ένα μοχλό εξουσίας και γι’ αυτό έχουν την τάση να τον αρνούνται στους άλλους. Δεν θεωρούν ότι στα δικαιώματα υπάρχει κάποιας μορφής αμοιβαιότητα (έχεις το δικαίωμα να κάνεις το Α και το ίδιο ακριβώς δικαίωμα έχω κι εγώ), αλλά συχνά τα συνδέουν με αποκλειστικότητα (έχω μόνο εγώ το δικαίωμα να κάνω το Α γιατί εσύ δεν έχεις την ικανότητα να κάνεις κάτι τόσο υψηλό αλλά μόνο κάτι κατώτερο ποιοτικά, το Β – το οποίο πρέπει να απαγορεύεται). Με απλά λόγια, υποστηρίζουν ότι για να μπορείς να ασκήσεις ένα δικαίωμα θα πρέπει να πληροίς κάποιες προϋποθέσεις. Αν δεν τις πληροίς δεν το αξίζεις.

Ας χρησιμοποιήσουμε ένα μονίμως επίκαιρο παράδειγμα, για να καταλάβετε καλύτερα τη διαφορά. Ενώ σχεδόν όλοι συμφωνούμε ότι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα είναι εκείνο που προστατεύει τον λόγο και την έκφραση, πολλοί αμφισβητούν ότι όλα τα είδη λόγου και έκφρασης αξίζουν αυτήν την προστασία. Θεωρούν ότι κάποια είναι κατώτερης ποιότητας ή ακόμα και επικίνδυνα. Γι’ αυτό θα πρέπει να απαγορευθούν: ο ρατσιστικός, ο μισαλλόδοξος, ο βλάσφημος και γενικά ο λόγος που θίγει «ιερά και όσια» κάθε μορφής.

Ομως, αποτελεί επαρκή αιτία απαγόρευσης το γεγονός ότι κάτι μας ενοχλεί και ίσως μας προσβάλλει; Οχι βέβαια. Γιατί ακριβώς αυτός ο λόγος είναι που πρέπει να γίνεται ανεκτός. Κανείς δεν επιχειρεί άλλωστε να απαγορεύσει τον ανώδυνο λόγο. Κανείς δεν θέλει να εμποδίσει μορφές έκφρασης που ανακουφίζουν αντί να προκαλούν. Ετσι, ενώ ο πραγματικός φιλελεύθερος αγωνίζεται για την προστασία αυτού ακριβώς του λόγου που απεχθάνεται, που έρχεται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές του περί ανθρωπισμού, ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης, ο μη φιλελεύθερος αγωνίζεται να τον περιορίσει, αναζητώντας ενισχυτικά επιχειρήματα μιας προειλημμένης απόφασης.

Η δεύτερη στάση, όμως, είναι συχνότατα υποκριτική. Ετσι, για παράδειγμα, όσοι θεωρούν ότι ο μισαλλόδοξος και ρατσιστικός λόγος πρέπει να απαγορεύεται, σπάνια υποστηρίζουν το ίδιο για τον βλάσφημο λόγο. Ενώ και οι δύο μπορεί να προσβάλλουν, και μάλιστα με ακραίο τρόπο, το δεύτερο είδος λόγου δεν ενοχλεί συνήθως όσους δεν ανέχονται τον ρατσισμό. Και φυσικά ισχύει και το αντίστροφο. Αυτοί που αγανακτούν με τη βλασφημία και θέλουν να την ποινικοποιήσουν, γίνονται συχνά οι ίδιοι φορείς μισαλλόδοξου λόγου. Αλλά δεν πρέπει αυτό να μας εκπλήσσει. Οσοι θέλουν να περιορίσουν τον λόγο των άλλων, θεωρούν ιερές και άξιες προστασίας τις δικές τους απόψεις.

Ενα φαινομενικά ισχυρό επιχείρημα υπέρ του περιορισμού είναι το εξής: όλοι δεχόμαστε ότι κάποιες μορφές λόγου πρέπει να απαγορεύονται. Π.χ. εξύβριση, συκοφαντία, εκβιασμός, απάτη. Αυτές είναι εγκληματικές πράξεις που τελούνται κυρίως με τον λόγο και προκαλούν βλάβη. Γιατί να μην εντάξουμε και άλλες παρόμοιες πράξεις σε αυτήν την κατηγορία; Ειδικά όταν προκαλούν βλάβη σε κατά τεκμήριο αδύναμες ομάδες ή ομάδες που αποτελούν διαχρονικά θύματα διακρίσεων;

Ενώ ακούγεται ισχυρό αυτό το επιχείρημα, στην πραγματικότητα είναι σαθρό. Είναι ανόητο να μιλάμε για βλάβη σε ομάδες ή γενικά συλλογικότητες. Μόνο τα άτομα βλάπτονται. Τα παραπάνω εγκλήματα που τελούνται με λόγια βλάπτουν συγκεκριμένα άτομα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Οι απόψεις, όσο ακραίες κι αν είναι, όσο και να προσβάλλουν κατηγορίες πολιτών, δεν βλάπτουν άμεσα κανέναν. Η προσπάθεια αιτιακής σύνδεσης της διατύπωσης μιας άποψης με συγκεκριμένη πράξη γίνεται καταχρηστικά και είναι άτοπη. Εάν χαρακτηρίσεις προδότη έναν πρωθυπουργό, δεν είσαι υπεύθυνος για την τρομοκρατική επίθεση εναντίον του. Εάν γράψεις ένα ισλαμοφοβικό άρθρο δεν είσαι υπεύθυνος για ρατσιστικά εγκλήματα κατά μουσουλμάνων μεταναστών. Και τα δύο είδη λόγου είναι ενοχλητικά, προσβλητικά και (αν σας ενδιαφέρει η άποψή μου) χυδαία. Ομως ακριβώς αυτά τα είδη λόγου έχουν ανάγκη προστασίας. Η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης προηγείται της «ελευθερίας» να μην ενοχλείσαι, να μη σε προσβάλλουν, να μη σε κάνουν να αγανακτείς.

«Πολλοί θεωρούν ότι βλάπτονται από οποιαδήποτε συμπεριφορά δεν τους αρέσει και δυσανασχετούν καθώς προσβάλλει τα αισθήματά τους. [...] Δεν υπάρχει όμως σύγκριση μεταξύ όσων αισθάνεται κάποιος για την άποψή του με την προσβολή που η άποψή του προκαλεί σε κάποιον άλλον. Οπως δεν συγκρίνεται η επιθυμία ενός κλέφτη να κλέψει μια τσάντα με την επιθυμία του ιδιοκτήτη της τσάντας να την κρατήσει».

Ετσι απαντά ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο σημαντικότερος υπερασπιστής της ιερής ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης. Για τον Μιλ, ο ακραίος και επιθετικός λόγος πρέπει να προστατεύεται ακόμη και όταν προκαλεί οδύνη. Οταν απαγορεύεις τη διατύπωση μιας άποψης, γράφει, είναι σαν να ληστεύεις την ανθρωπότητα. Μόνο με την απόλυτα ελεύθερη αγορά των ιδεών μπορούμε να αντιμετωπίσουμε ανοικτά τον μισαλλόδοξο λόγο και μόνο έτσι μπορούμε να ελέγχουμε τις αρχές μας και τις αντιλήψεις μας συνεχώς, χωρίς να εφησυχάζουμε. Μόνο έτσι μπορούμε να έχουμε μια καθαρή και ζωντανή εικόνα της αλήθειας, όταν αυτή παράγεται μέσα από τη σκληρή σύγκρουσή της με το σφάλμα.

Εχει μεγάλο κόστος αυτή η ιερή ελευθερία. Αλλά οφείλουμε να το αντέξουμε αν θέλουμε να παραμείνουμε ελεύθεροι.

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το βιβλίο του «Φιλελευθερισμός» κυκλοφορεί στη σειρά «Μικρές Εισαγωγές» των εκδόσεων Παπαδόπουλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ