ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πώς το επόμενο τρίμηνο θα κρίνει τις εξελίξεις στην οικονομία

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΝΤΕΛΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πού θα έπρεπε να επενδύει στην πραγματικότητα η ελληνική κυβέρνηση τις ελπίδες της για έναν καλύτερο χειμώνα; Πέρα και μακριά από τις διαπραγματεύσεις σε Βρυξέλλες, Βερολίνο, Φρανκφούρτη και Ουάσιγκτον, απλώς, σε ένα... καλό καλοκαίρι. Γιατί, όπως μπορούν να διαβεβαιώσουν όλοι όσοι έχουν αίσθηση των ρεαλιστικών όρων με τους οποίους κινείται η αγορά τα τελευταία οκτώ χρόνια, από το πόσο καλά θα πάει ο «τουρισμός» αυτό το τρίμηνο, θα εξαρτηθεί εν πολλοίς και η δυνατότητα να «τα βγάλει πέρα» η χώρα το επόμενο εξάμηνο.

Γιατί, μπορεί το Eurogroup να ενέκρινε τη νέα δόση, όμως, με τα λεφτά της δεν θα τονωθεί η ρευστότητα, που τελειώνει, αλλά θα πληρωθούν οι μεγάλες και ανελαστικές υποχρεώσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας στο δίμηνο. Και η αγορά;

Κορυφαίος τραπεζίτης έλεγε στην «Κ» στα μέσα της εβδομάδας που πέρασε πως «όλα δείχνουν ότι το επόμενο τρίμηνο θα είναι όντως καλό» και πρόσθετε ότι «εκτός κι αν συμβεί κάτι έκτακτο, που εννοείται ότι όλοι απευχόμαστε, τίποτα δεν δείχνει ικανό να ανατρέψει τη μεγάλη ροή εσόδων που όλοι περιμένουμε και προσδοκούμε από τον τουρισμό». Η εξέλιξη αυτή υπολογίζεται ότι θα επηρεάσει θετικά πάνω από 100 - 120 επαγγέλματα, που άμεσα ή έμμεσα εμπλέκονται με την τουριστική βιομηχανία στη χώρα μας. Το σημαντικότερο;

Θα «φτιάξουν» κάπως το κλίμα και η ψυχολογία από την παραγωγή και τις υπηρεσίες έως την κατανάλωση. Κι έτσι, η χώρα θα μπει στον χειμώνα με άλλη, κάπως καλύτερη έστω, δυναμική. «Εκτιμώ ότι υπό όρους μπορεί και να επαναληφθεί ό,τι και το φθινόπωρο του 2013, που μας οδήγησε σε μια άνοιξη του 2014, όταν μέχρι και δοκιμαστική έξοδο στις αγορές κεφαλαίων κάναμε», θυμάται ο ίδιος κορυφαίος οικονομικός παράγοντας.

Υπέρ αυτής της εξέλιξης συνηγορούν άλλες δύο κρίσιμες συνισταμένες –που ίσχυαν και εκείνη την περίοδο– και συγκεκριμένα:

α) Το γεγονός ότι έχει εκλείψει οριστικά η αβεβαιότητα παραμονής της χώρας στο ευρώ (σ.σ.: τότε δεν υπήρχε, αλλά προέκυψε σαν καταιγίδα το καλοκαίρι του 2015) και

β) ότι δεν υφίσταται πλέον έντονη πολιτική αβεβαιότητα.

Αν στα παραπάνω προστεθεί και η υπόσχεση για υποβοήθηση της χώρας στο κομμάτι της απορρόφησης των κοινοτικών κονδυλίων που λιμνάζουν, η κατάσταση δείχνει ότι θα μπορούσε να βελτιωθεί περαιτέρω, έστω και αν η κυβέρνηση επιμένει να διαχειρίζεται τα πάντα με επικοινωνιακούς όρους. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την πραγματική οικονομία.

Κάπου εδώ, όμως, τελειώνουν τα καλά νέα ή για την ακρίβεια το καλό σενάριο για την πιθανή εξέλιξη των πραγμάτων. Και ξεκινούν τα δύσκολα. Οι ίδιες οι τράπεζες παραδέχονται ότι αν με κάποιον τρόπο δεν λυθεί το πρόβλημα της ρευστότητας στη χώρα, δεν πρόκειται κατ’ αρχήν να λυθεί το πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων, που με τη σειρά του κρατά ομήρους:

1) Το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας, που ουσιαστικά αυτή τη στιγμή λειτουργεί απλώς ως ένα μεγάλο ΑΤΜ, αφού, ελλείψει κεφαλαίων, δεν μπορεί να κάνει άλλες βασικές εργασίες, όπως να χορηγήσει ένα απλό δάνειο για κεφάλαιο κίνησης.

2) Μεγάλο μέρος της επιχειρηματικής κοινότητας, που έχει δάνεια αλλά έχει ταυτόχρονα και προοπτικές, αλλά είναι δέσμιο της σημερινής υφεσιακής κατάστασης.

3) Τους απλούς ιδιώτες, που δεν μπορούν να σχεδιάσουν την επόμενη μέρα και βεβαίως να καταναλώσουν.

Το ενδεχόμενο άρσης των capital controls δεν υφίσταται ούτε ως σενάριο εργασίας, καθώς είναι κοινό μυστικό ότι αν αύριο ανακοινωνόταν ότι δεν ισχύουν, θα έφευγαν και οι τελευταίες καταθέσεις από τις τράπεζες. Το ύψος της εκροής των τελευταίων, εδώ και μία πενταετία, υπολογίζεται σε περίπου 100 δισ. ευρώ και προοπτική επανόδου τους δεν διαφαίνεται...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ