ΜΑΝΟΣ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ*

Κων. Μητσοτάκης, ο δύσκολος δρόμος

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​απώλεια σημαντικών προσώπων μάς προκαλεί μια αυθόρμητη αναδρομή σε γεγονότα και καταστάσεις, τα οποία συχνά έχουμε αποσύρει από το πεδίο της σκέψης μας για τα τρέχοντα ζητήματα. Κάπως έτσι συμβαίνει και με τον εκλιπόντα Κωνσταντίνο Μητσοτάκη (Κ.Μ.). Η δική του αξιοθαύμαστη μακρά πολιτική και βιολογική επιβίωση μας προκαλεί την αναδρομή στα πέτρινα χρόνια της χώρας με την προσπάθεια οικονομικής ανασυγκρότησης, την ευάλωτη δημοκρατία, την κατάλυσή της, τους θριάμβους της μεταπολίτευσης και της ένταξης στην ΕΟΚ, το σταθερό κομματικό σύστημα και την πόλωση, τις πανίσχυρες κυβερνήσεις, τη δημαγωγία και τη διαφθορά, τη σύνεση των ελίτ να συμπράξουν σε κυβερνήσεις συνεργασίας και την ιστορικού χαρακτήρα συνεννόηση της δεξιάς και της αριστερής παράταξης σαράντα χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου.

Η συμβολή του Κ.Μ. συνίσταται στην αταλάντευτη προσήλωσή του στη φιλελεύθερη δημοκρατία και στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας.

Δύο ζητήματα νομίζω ότι είναι αξιομνημόνευτα. Πρώτον, η επάνοδός του το 1977 στα πολιτικά πράγματα με το «Κόμμα Νεοφιλελευθέρων» του 1,08% και την ενσωμάτωσή του στην κυβέρνηση και το κόμμα του Κ. Καραμανλή. Αν και «ξενομπάτης», κατόρθωσε να ηγηθεί της Ν.Δ. και να συμπληρώσει τη μεταστροφή προς τη μετριοπάθεια του Καραμανλή με την ενίσχυση των στοιχείων του φιλελεύθερου κέντρου. Παρά τις κατά καιρούς παραφωνίες, η Ν.Δ. έκτοτε προσεγγίζει τα σύγχρονα κεντροδεξιά κόμματα της Ευρώπης και απομακρύνθηκε από τον έντονο συντηρητισμό και τον εθνικισμό.

Δεύτερο ζήτημα, η κυβέρνηση Κ.Μ. (1990-1993) ήταν η πρώτη η οποία έπραξε το αυτονόητο, δηλαδή να ευθυγραμμίσει το κυβερνητικό πρόγραμμα με τις δημόσιες πολιτικές των άλλων κρατών-μελών, προκειμένου να επιτύχει τον εξευρωπαϊσμό της χώρας. Η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας είχε επιβαρυνθεί από τους πειραματισμούς και τις εμβαλωματικές έως καταστροφικές λύσεις του ΠΑΣΟΚ, αλλά και τον κρατισμό της Ν.Δ. έως το 1981.

Η εμπειρία της περιόδου 1990-93 είναι ενδεικτική των διαχρονικών παθογενειών του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Ο Κ.Μ. δεν κατόρθωσε να αποκτήσει πολιτική ηγεμονία ανάλογη με εκείνη των ομολόγων του Kohl και Thatcher σε Γερμανία και Βρετανία αντίστοιχα (με τις αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες), γιατί τόσο το πολιτικό προσωπικό όσο και μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος ήταν ουσιαστικά αποκομμένα από την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, γαλουχημένα με εσωστρέφεια και πολιτικό οπαδισμό. Ενα κόμμα με σχεδόν 47% των ψήφων, κυβέρνησε με αδύναμες κοινοβουλευτικές προϋποθέσεις (οριακή πλειοψηφία λόγω της αθέμιτης αλλαγής του εκλογικού νόμου από τον αντίπαλο).

Στη σύγκρουση με τη δημαγωγία, τον «αυριανισμό», την εσωστρέφεια, τις ατομικές φιλοδοξίες, τις αμαρτίες της «παλαιάς δεξιάς», η κυβέρνηση Κ.Μ. κατόρθωσε τουλάχιστον να βάλει τη χώρα στις ράγες της δημοσιονομικής εξυγίανσης και ενός νέου ρόλου του κράτους στην οικονομία και ευτυχώς μετέπειτα επικράτησε η συναίνεση των δύο κομμάτων στα μείζονα. Η αναγνώριση από όλες τις πτέρυγες της Βουλής της συμβολής του Κ.Μ. στα πολιτικά πράγματα της χώρας μάς επιτρέπει να συνοψίσουμε την ουσιαστική, κατά τη γνώμη μου, παρακαταθήκη του Κρητικού πολιτικού: Η χώρα πρέπει να παραμείνει δυναμικό μέλος της Ε.Ε., να ευθυγραμμίζει διαρκώς τις πολιτικές της με εκείνες των εταίρων της, ο πολιτικός πρέπει να τηρεί εμπράκτως τις αξίες και τους κανόνες του κοινοβουλευτισμού, το φιλελεύθερο κέντρο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας σύγχρονης κεντροδεξιάς παράταξης, η σχέση με τους ψηφοφόρους-υποστηρικτές προϋποθέτει τη διατήρηση της αμεσότητας και της αμοιβαιότητας.

* Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Συστημάτων Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ