ΜΟΥΣΙΚΗ

Το Μουσικό Φεστιβάλ Δρέσδης γιορτάζει

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΚΙΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Η Αν-Σόφι Μούτερ και η Ορχήστρα Φιλαρμόνια της Ζυρίχης, υπό τη διεύθυνση του Φάμπιο Λουίζι, ερμήνευσαν τη «Νοσταλγία» για βιολί και έγχορδα του Τόρου Τακεμίτσου (φωτ.: Killig)

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα 40ά του γενέθλια γιόρτασε το Μουσικό Φεστιβάλ της Δρέσδης, με 59 συναυλίες σε 22 χώρους της ιστορικής πόλης, μια νέα αίθουσα συναυλιών, αλλά και νέα πολιτική εξωστρέφειας. Ηδη από την ίδρυσή του, επί Λαϊκής Δημοκρατίας το 1978, το Φεστιβάλ είχε έναν διεθνή προσανατολισμό, λειτουργώντας σαν προσωρινή γέφυρα για «δυτικούς» καλλιτέχνες πάνω από το σιδηρούν παραπέτασμα. Από τότε ορίστηκε να υπάρχει ένας ετήσιος θεματικός άξονας και φέτος, που συνέπεσε με την επέτειο των 500 ετών από τη Μεταρρύθμιση του Μαρτίνου Λούθηρου, το θέμα που επέλεξε ο καλλιτεχνικός διευθυντής, βιολοντσελίστας Γιαν Φόγκλερ, ήταν το «Φως», σύμβολο διαφωτισμού, ζωής και ελευθερίας.

Παρακολουθήσαμε την επίσημη έναρξη στις 18 Μαΐου, στην ιστορική Οπερα του Γκόντφριντ Σέμπερ. Η Αν-Σόφι Μούτερ και η Ορχήστρα Φιλαρμόνια της Ζυρίχης υπό τη διεύθυνση του Φάμπιο Λουίζι ερμήνευσαν τη «Νοσταλγία» για βιολί και έγχορδα του Ιάπωνα συνθέτη Τόρου Τακεμίτσου, έργο του 1987, εμπνευσμένο από την ομώνυμη ταινία του Αντρέι Ταρκόφσκι. Η διαφοροποίηση ανάμεσα στον μαλακό ήχο των εγχόρδων της Ζυρίχης και στην πιο δυναμική φωνή της σολίστ έδωσαν στο σύνολο μια ζωηρή κοντσερτάντε προσέγγιση, οδηγώντας ομαλά στο ρομαντικό πρώτο Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα του Μαξ Μπρουχ.

Η Μούτερ «επιτέθηκε» στο κοντσέρτο με την τελειοθηρική αυστηρότητα που δίνει στις ερμηνείες της τη δική της προσωπική διάσταση. Στο δεύτερο, αργό μέρος, ο αρχιμουσικός έκανε κατά κάποιον τρόπο πρωταγωνιστή την ορχήστρα· επέλεξε έναν άνετο, βατό ρυθμό και ανέδειξε τα διαφορετικά ηχοχρώματα των ομάδων με καλειδοσκοπική διάθεση. Ως ανκόρ η Μούτερ έπαιξε ένα απόσπασμα Μπαχ, σε μεστή, ώριμη ερμηνεία με απόλυτο έλεγχο και συγκέντρωση. Η βραδιά ολοκληρώθηκε με την Τέταρτη συμφωνία του Γιοχάνες Μπραμς, σε μια δυναμική και αναλυτική ερμηνεία, όπου ο αρχιμουσικός έριξε άπλετο φως σε όλες τις ρυθμικές και θεματικές ομορφιές του κειμένου, με κάποια αμφιταλάντευση ανάμεσα στο πάθος και στη συναισθηματική αυτοσυγκράτηση.

Στο Μέγαρο Πολιτισμού

Τα φώτα όμως ήταν ήδη στραμμένα στο Κουλτούρ-παλάστ, ή «Κούλτι», το Μέγαρο Πολιτισμού. Κτίριο της δεκαετίας του ’60 συνυφασμένο με την πολιτιστική ζωή της πόλης, διαθέτει αίθουσα συναυλιών, βιβλιοθήκη και, στο υπόγειο, καμπαρέ! Χαρακτηριστική είναι η σοσιαλιστικής θεματολογίας εσωτερική ζωφόρος, που παραμένει ορατή μέσα από τη γυάλινη πρόσοψη – κάπως σαν το νέο Μουσείο της Ακρόπολης. Η αίθουσα συναυλιών ανακατασκευάστηκε πλήρως και παραδόθηκε φέτος και, όπως διαπιστώσαμε, προσφέρει στους περίπου 1.800 ακροατές θαυμάσια ακουστική.

Εκεί απολαύσαμε την Παρασκευή 19 Μαΐου την Ορχήστρα του θεάτρου Μαρίινσκι υπό τη διεύθυνση του Βαλέρι Γκέργκιεφ σε μια 5η συμφωνία του Σοστάκοβιτς που κινούνταν πραγματικά στη σφαίρα της τελειότητας. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; Την απόλυτη τεχνική επάρκεια, τον υπέροχο, θερμό και φωτεινό ήχο της ορχήστρας. Το απόλυτο δέσιμο και την ισορροπία των φωνών. Την ικανότητα να αναδεικνύονται ευκρινώς τα νοήματα της παρτιτούρας, χωρίς να λείπουν η αμεσότητα της έκφρασης και το συναίσθημα. Ηταν μια ερμηνεία τόσο καθαρή, τόσο βιωμένη και τόσο όμορφη!

Στο δεύτερο μέρος ακούσαμε έργα Ρίχαρντ Βάγκνερ. Τη «Μαγεία της Μεγάλης Παρασκευής» από τον Πάρσιφαλ ακολούθησαν αποσπάσματα από το «Λυκόφως των θεών»: «Λυκαυγές», «Ταξίδι του Ζίγκφριντ στον Ρήνο», «Πένθιμο εμβατήριο του Ζίγκφριντ» και «Αποχαιρετιστήριο άσμα της Βρουγχίλδης». Δεν ήταν μια ερμηνεία με λεπτές ψυχαναλυτικές αποχρώσεις, αλλά μια μεγαλειώδης, ηρωική ανάγνωση του μύθου των Νίμπελουνγκ, όπου κυριαρχούσε ο αφηγηματικός, επικός χαρακτήρας της μουσικής. Αν αντιστοιχούσε σε μια νοερή σκηνοθεσία, αυτή θα ήταν του Σεργκέι Αϊζενστάιν. Η Ολλανδή σοπράνο Εύα-Μαρία Βέστμπροεκ, σκηνικά ταιριαστή Βαλκυρία, απέδωσε το άσμα της Βρουγχίλδης με καθαρή φωνή και την αναγκαία αίσθηση του μεγέθους.

Η Ορχήστρα Φεστιβάλ Δρέσδης

Στην αίθουσα θα εμφανίζεται τακτικά και η Ορχήστρα Φεστιβάλ Δρέσδης. Συγκροτημένη το 2012 με μέλη περίπου πενήντα ειδικούς της παλαιάς μουσικής από είκοσι χώρες και καλλιτεχνικό διευθυντή τον Βρετανό Ivor Bolton, η ορχήστρα εκτελεί και χρέη πρεσβευτή του Φεστιβάλ. Με αυτή την ιδιότητα την ακούσαμε στη Φιλαρμονία του Βερολίνου, στις 11 Ιουνίου 2017, σε πρόγραμμα που είχε δοθεί στη Δρέσδη την προηγούμενη ημέρα.

Η βραδιά ξεκίνησε με μια πολύ ωραία ερμηνεία της Εισαγωγής από τον «Ριέντσι» του Βάγκνερ, που πρωτοπαρουσιάστηκε στη Δρέσδη το 1842. Χάρις στα αυθεντικά όργανα, ειδικά τα πνευστά, ο αρχιμουσικός ανέδειξε τα σπάνια ηχοχρώματα, αλλά και την επεξεργασία των θεμάτων, που φαίνεται ήδη να προετοιμάζουν τον Ταγχόιζερ και τον Λοενγκρίν. Ακολούθως η Βάλτραουτ Μάιερ, μεγάλη βαγκνερική σοπράνο, που πλέον τείνει προς τη φωνή της μέτζο, ερμήνευσε τα «Τέσσερα τελευταία τραγούδια» του Ρίχαρντ Στράους. Με ορχήστρα σαφώς μικρότερη από μια πλήρη συμφωνική, η ερμηνεία είχε ποιότητες μουσικής δωματίου, επιτρέποντας στη Μάιερ να δώσει μια συγκλονιστικά εκφραστική ερμηνεία.

Οι ίδιες μουσικές ποιότητες χαρακτήρισαν και την Τρίτη «Ηρωική» συμφωνία του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν. Σύμφωνα με τις εκτενείς σημειώσεις του εντύπου προγράμματος, η συμφωνία δεν θρηνεί έναν νεκρό ήρωα ή ένα προδομένο ιδεώδες, αλλά είναι ένας αισιόδοξος ύμνος στον νέο Προμηθέα του Διαφωτισμού, τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Μετά τον αγώνα και τον θάνατο του ήρωα, ακολουθούν η ανάσταση και ο θρίαμβος. Η αντίθεση των διαθέσεων ανάμεσα στα μέρη επαληθεύτηκε στην ακρόαση. Το τελευταίο μέρος, μάλιστα, που είναι σειρά παραλλαγών επάνω σε ένα θέμα από το μπαλέτο Προμηθέας, ήταν πολύ κοντά στην ιδέα της «γιορτής» της Γαλλικής Επανάστασης, με έναν χαρούμενο, σχεδόν χορευτικό χαρακτήρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ