ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Ξέρω τι έκανες πρόπερσι το καλοκαίρι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δ​​ύο χρόνια μετά τον εφιαλτικό Ιούνιο-Ιούλιο 2015, δεν είμαστε βέβαιοι γιατί ακριβώς οδηγηθήκαμε σε εκείνη τη διπλή ήττα. Ηττα του υπερφίαλου αντιμνημονιακού λαϊκισμού και του πιο έξαλλου ΣΥΡΙΖΑ – και με αυτή την έννοια θετική εμπειρία ωρίμανσης για τη χώρα. Αλλά και ήττα με τις δεινές επιπτώσεις των capital controls, της νέας ύφεσης, του βαρύτερου μνημονίου, της εξαέρωσης 32 δισ. μετοχικής αξίας των τραπεζών και 45 δισ. καταθέσεων, και πλήθους άλλων ζημιών που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει αποτιμήσει στα 86 δισ. – κι άλλοι ανεβάζουν τον λογαριασμό σε πάνω από 100 δισ.

Θα συνόψιζα την ιστορία ως εξής. Ο Αλ. Τσίπρας ανήλθε στην εξουσία τον Ιανουάριο 2015 με μια «αδύνατη τριάδα» και ένα «δίπολο του τρόμου». Το δίπολο του τρόμου ήταν να μη σκάσει η χώρα στα χέρια του αλλά και να μη χρεωθεί την ταπεινωτική «κωλοτούμπα» που οι ειδήμονες προεξοφλούσαν. Η «αδύνατη τριάδα» (impossible trinity) ήταν ότι από τους τρεις στόχους του ΣΥΡΙΖΑ (να εφαρμόσει το πρόγραμμα κατάργησης του μνημονίου, να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ και να παραμείνει ο ίδιος στην κυβέρνηση) μόνο δύο μπορούσαν να πραγματοποιηθούν.

Πώς κατέστη δυνατό να εγκαταλειφθεί το «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης» και ο Τσίπρας να παραμείνει στην εξουσία χωρίς να κατηγορηθεί για την «κωλοτούμπα»; Εδώ έχει σημασία μια κρίσιμη επισήμανση. Αντίθετα με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, που υπέκυπταν στην πίεση των εταίρων στο «παρά 5», η κυβέρνηση Τσίπρα οδήγησε τη διαπραγμάτευση στα άκρα, στο «και 5», φτάνοντας σε καθυστέρηση πληρωμής του ΔΝΤ, κλειστές τράπεζες, capital controls, χρηματοπιστωτικό αποκλεισμό της χώρας.

Κανείς από τους προκατόχους του δεν είχε διανοηθεί να φτάσει τόσο μακριά. Ο κυνικός υπολογισμός που επέτρεψε στην κυβέρνηση Τσίπρα να φορτώσει τη χώρα με την τεράστια οικονομική ζημία μιας έστω ματαιωθείσας ρήξης, προκειμένου να πείσει τη βάση ότι έκανε τη σκληρότερη δυνατή διαπραγμάτευση, αντλεί από τα ευρήματα της κοινωνικής ψυχολογίας. Οι άνθρωποι τείνουν να υποτιμούν μελλοντικούς κινδύνους που θεωρούν υποθετικούς. Ο μόνος τρόπος να τους εκτιμήσουν πραγματικά είναι να αρχίσουν να τους βιώνουν. Η χώρα βίωνε ήδη με τρόμο τις επιπτώσεις της ρήξης, κατρακυλώντας προς ένα καταστροφικό Grexit όταν ο Τσίπρας υπέγραψε το 3ο μνημόνιο. Γι’ αυτό η συνθηκολόγηση έγινε δεκτή με ανακούφιση και κανείς (με εξαίρεση τους πιο ακραίους συντρόφους του που τον εγκατέλειψαν) δεν είχε όρεξη να τον κατηγορήσει για την «κωλοτούμπα».

Ανατρέχω σε όλα αυτά διότι ένας κοινωνικός ψυχολόγος έγραψε το πιο ενδιαφέρον βιβλίο για τη διαπραγμάτευση του 2015. Το βιβλίο του Αλέξη Αρβανίτη «Πώς να (μη) διαπραγματεύεσαι: Τι μας διδάσκει η διαπραγμάτευση Τσίπρα-Βαρουφάκη» αποκαλύπτει τα σφάλματα που οδήγησαν στα γνωστά αποτελέσματα μιας πανάκριβα πληρωμένης αποτυχίας.

Τι μας θυμίζει ο συγγραφέας; Η διαπραγμάτευση του 2015 εγκλωβίστηκε σε μια διανεμητική διαπραγμάτευση (που απλώς μοιράζει την πίτα) αντί για ενοποιητική διαπραγμάτευση (που αποσκοπεί στο μεγάλωμα της πίτας πριν αυτή μοιραστεί). Η στόχευση στη μείωση του χρέους εγκλώβιζε την ελληνική πλευρά σε μια έκβαση μηδενικού αθροίσματος (win-lose), όπου η νίκη της μιας πλευράς θα συνιστούσε απαραίτητα ήττα της άλλης. Ακόμα περισσότερο, αφού κάθε τόσο η ρητορική της κυβέρνησης Τσίπρα προσδιόριζε την άλλη πλευρά ως «αντιπάλους». Ομως, απέναντι σε έναν αντίπαλο μπορείς μόνο να κερδίσεις ή να χάσεις.

Πότε ένα παίγνιο αναδεικνύει στρατηγικές συνεργασίας και αμοιβαίας ωφέλειας; Οταν έχει διευρυμένη ατζέντα (αναπτυξιακά μέτρα, μεταρρυθμίσεις, προσαρμογή χρέους σε βάθος χρόνου) και μακρό χρονικό ορίζοντα. Οταν πειστούν οι δύο πλευρές ότι η αλληλεξάρτησή τους θα είναι διηνεκής, άρα έχουν αμοιβαίο συμφέρον σε μια λύση καλής πίστης, από την οποία θα έχουν και οι δύο κάτι να κερδίσουν.

Η διαπραγμάτευση μέχρι το τέλος του 2014 ήταν ένα συνεχιζόμενο παίγνιο. Κάθε κυβέρνηση πατούσε στον απολογισμό της προηγούμενης, συνέχιζε το πρόγραμμα, προσπαθώντας να διορθώσει ελλείμματα εμπιστοσύνης ή να αξιοποιήσει την όποια αξιοπιστία είχε οικοδομηθεί.

Ομως η κυβέρνηση Τσίπρα-Βαρουφάκη ήρθε να διακόψει αυτή τη συνέχεια, να κηρύξει το τέλος του μνημονίου, τον θάνατο της τρόικας. Ρητός στόχος της έγινε η κατάργηση του μνημονίου και άμεση μείωση του χρέους. Και μάλιστα με χρονικό ορίζοντα τον Ιούνιο 2015, προθεσμία που προσδιοριζόταν από τη διαθέσιμη ρευστότητα και τις εξωτερικές υποχρεώσεις της χώρας, που αλλιώς θα χρεοκοπούσε στο ΔΝΤ και στην ΕΚΤ.

Αυτό είναι ακριβώς το παίγνιο διανεμητικού χαρακτήρα και βραχυπρόθεσμου ορίζοντα που οδηγεί σε μηδενικού ή αρνητικού αθροίσματος εκβάσεις. Από τη στιγμή που προσδιορίστηκε έτσι, η ελληνική κυβέρνηση (στην αντικειμενικά πιο αδύναμη διαπραγματευτική θέση) μπορούσε μόνο να το χάσει.

ΥΓ. «Ξέρω τι έκανες πέρυσι το καλοκαίρι» ήταν ένα θρίλερ, κατηγορίας B movie, όπως αυτό που έζησε η χώρα τον Ιούνιο-Ιούλιο 2015. Αντίθετα από το κακό σινεμά, το δικό μας έργο δεν τελείωσε μόλις άναψαν τα φώτα. Οι συνέπειες συνεχίζονται.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ