ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Ωρα για προπόνηση

Αρης Δημοκίδης*

Με φρίκη θυμάται καμιά φορά ο μπαμπάς μου όσα με έβαζε να κάνω τις Κυριακές τα πρωινά όταν πήγαινα Δημοτικό, γιατί τώρα συνειδητοποιεί πόσο έξω από τον χαρακτήρα μου ήταν. 

Και με μεγαλόψυχο κλείσιμο του ματιού αποδέχομαι κάθε φορά τη συγγνώμη. 

Με βασάνιζε; Με χτυπούσε; Με έβριζε; Όχι, καθόλου. Με έβαζε να αθλούμαι. 

Όταν όλη την εβδομάδα ξυπνούσα υπερβολικά νωρίς για το σχολείο και τα Σάββατα για το Ωδείο, θεωρούσα σκάνδαλο το ότι ξυπνούσαμε και τις Κυριακές από τα άγρια χαράματα – αυτός ενθουσιασμένος για την Αθλητική Κυριακή που θα περνούσαμε μαζί, εγώ νυσταγμένος και γεμάτος αναβράζουσα τεμπελιά. 

Πρώτα γυμναζόμασταν στο σπίτι με βαράκια κι ένα πράγμα σαν σούστα, που το άνοιγες όσο μπορούσες και ενίοτε σου έπιανε το δέρμα και τσίριζες. Μετά παλεύαμε μέχρι να τον κάνω να παραδοθεί. Κι έπειτα, ενώ σίγουρα θα προτιμούσα να κοιμάμαι ή να ακούω το Τοπ 40 της Αγγλίας στο ραδιόφωνο και να διαβάζω το «Ποπ Κορν», έπρεπε να πάμε για προπόνηση μπάσκετ. 

Ήταν ένα πρόγραμμα που κάθε στρέιτ γιος θα απολάμβανε, κι εγώ, μη θέλοντας να του χαλάσω την ψευδαίσθηση, ακολουθούσα τον μπαμπά ανόρεχτα στις μπασκέτες που ήταν στην αυλή του σχολείου μου. 

Εντάξει, βαριόμουν πάρα πολύ, αλλά το χειρότερο ήταν ότι δεν είχα την παραμικρή ικανότητα σε οποιοδήποτε άθλημα, με αποτέλεσμα να παίζω χάλια, να κουράζομαι στο πι και φι και να εύχομαι να τελειώσουν όλα το συντομότερο. 

Ο μπαμπάς μου, καθηγητής Γερμανικών στο επάγγελμα, ήταν αρκετά διδακτικός και, όπως είναι όλοι οι δάσκαλοι με τα δικά τους παιδιά, εξωφρενικά ανυπόμονος. Καθώς έπαιζα σαν άψυχο αλλά κινούμενο ανθρωποειδές, που για να βάλει καλάθι θα χρειαζόταν κάποιο θαύμα, η υπομονή του εξαντλούνταν σε χρόνο dt και μου φώναζε αγχωτικές οδηγίες, σαν απογοητευμένος προπονητής που είναι έτοιμος να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο. 

Δεν κράτησε πολλά χρόνια η προσπάθειά του να με κάνει αθλητικό τύπο. Σύντομα αποδέχτηκε ότι είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως και, έχοντας τη βεβαιότητα ότι θα έσκιζα σε έναν σωρό άλλους τομείς, με προέτρεψε να καλλιεργήσω την κλίση μου στο γράψιμο. 

Η αγαπημένη μου, πάντως, από όλες τις αθλητικές μας Κυριακές είχε ξεκινήσει όπως οι υπόλοιπες. Ξύπνημα σκανδαλωδώς νωρίς, βαράκια, σούστα, άουτς, πάλη, τζόγκινγκ μέχρι τις μπασκέτες του σχολείου μου. 

Έκανα ήδη για κάνα βασανιστικό πεντάλεπτο τις φριχτά αποτυχημένες μου ντρίπλες και βαρούσα τα αλλεπάλληλα άστοχα σουτ μου, όταν έγινε το απροσδόκητο θαύμα: Ξαφνικά ακούστηκε μια δυνατή, εξοργισμένη ανδρική φωνή!

Ένας άντρας είχε βγει με το σώβρακο στο μπαλκόνι της διπλανής πολυκατοικίας και ούρλιαζε: «Άντε γ......ε, κωλόπαιδα! Στον ύπνο σας το είδατε το μπάσκετ; Αφήστε μας να κοιμηθούμε μην κατέβω κάτω, κωλόπαιδα!». 

Ο μπαμπάς μου, που είχε ίδια ή και μεγαλύτερη ηλικία από τον κύριο, ετοιμάστηκε να διαμαρτυρηθεί εξηγώντας ότι δεν ήταν κωλόπαιδο, αλλά μάλλον έκρινε πως τελικά συνέφερε περισσότερο να συντηρηθεί η παρεξήγηση πως επρόκειτο απλώς για κάνα δυο μαθητές με πρωινές ορέξεις για μπάσκετ. 

Κρυφτήκαμε λίγο, μέχρι να μπει μέσα ο εξοργισμένος άντρας (που πιθανότατα, βράζοντας από τον θυμό του, προσπάθησε μάταια να ξανακοιμηθεί) και ο μπαμπάς μού είπε:

«Απ’ ό,τι φαίνεται, δυστυχώς, θα πρέπει να ακυρώσουμε τη σημερινή μας προπόνηση...»

«Δυστυχώς», απάντησα με υποκριτικά θλιμμένο ύφος, ενώ από μέσα μου πανηγύριζα κι ευχαριστούσα την τύχη μου για τον από μηχανής θεό της πολυκατοικίας. «Και τώρα;» 

«Πάμε για παγωτό;» πρότεινε ο μπαμπάς μου. Και η ζωή ήταν ξανά ωραία. ■

 

* Ο Άρης Δημοκίδης είναι δημοσιογράφος στο lifo.gr

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ