ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ακόμα και στις βροχές του φετινού Ιουνίου, οι ξένοι συνέχισαν να έρχονται. Δεν πτοήθηκαν! Το θερινό σινεμά είναι γι’ αυτούς εμπειρία ζωής», λέει ο 28χρονος Μιχάλης Μανιάκης, ο οποίος μεγάλωσε μέσα στο Σινέ Θησείον και τα τελευταία δύο χρόνια έχει αναλάβει τα ηνία του ιστορικού σινεμά, που λειτουργεί από το 1932. Στην κορύφωση της σεζόν, μας περιγράφει πώς η αγαπημένη καλοκαιρινή έξοδος των Αθηναίων εξελίχθηκε σε ταξιδιωτική εμπειρία για τους τουρίστες.

Πότε μπήκε το θερινό σινεμά στην ταξιδιωτική ατζέντα των ξένων επισκεπτών;

Στο Σινέ Θησείον είχαμε πάντα ζευγάρια ξένων ανάμεσα στους θεατές. Οι περισσότεροι από τύχη ή από περιέργεια έμπαιναν στο σινεμά και το θεωρούσαν τη σπουδαία ανακάλυψη των διακοπών τους. Την τελευταία πενταετία όμως η σύνθεση του κοινού άλλαξε εντελώς: μειώθηκαν οι Έλληνες και αυξήθηκαν κατά πολύ οι ξένοι. Αυτό οφείλεται στην άνοδο του τουρισμού της Αθήνας και στη βράβευσή μας από το CNN το 2012 ως το Καλύτερο Σινεμά του Κόσμου. Με αφορμή αυτή τη διάκριση, τα ταξιδιωτικά γραφεία ξεκίνησαν να προβάλλουν τους θερινούς κινηματογράφους της Ελλάδας. Το Σινέ Θησείον αποτελεί πλέον σταθερή στάση για τα περισσότερα γκρουπ που επιστρέφουν από το Ηρώδειο ή περιηγούνται στη γειτονιά με ηλεκτροκίνητα ποδήλατα και segway. Έρχονται ακόμα και αν δεν προλαβαίνουν την ταινία, μόνο και μόνο για να δουν τον χώρο. Αν μου έδιναν 50 λεπτά για κάθε φωτογραφία που βγάζουν, θα είχα γίνει εκατομμυριούχος!

Τι είναι αυτό που συναρπάζει τους ξένους;

Μόλις πέσουν οι τίτλοι τέλους, αρχίζουν τα κολακευτικά σχόλια. «Τι μαγευτική θέα», «Τι ωραίο πράσινο», «Τι απολαυστική βραδιά». Εκτός από την Ελλάδα, ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες έχουν θερινά σινεμά με τη μορφή κήπου, και μάλιστα τόσο πολλά όσα η Αθήνα. Ενώ ο κινηματογράφος είναι ξενόφερτη ιδέα, το θερινό έχει ιστορία περίπου ενός αιώνα στην Ελλάδα. Οι ξένοι ενθουσιάζονται, δεν έχουν ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Ακόμα και με τις βροχές του Ιουνίου συνέχισαν να έρχονται. Δεν πτοήθηκαν. Τόσο πολύ ήθελαν να ζήσουν μια βραδιά σε θερινό, που παρακολουθούσαν χωρίς ομπρέλα και δίχως να τους νοιάζει αν βρέχει ή αν φυσάει. Το θερινό είναι γι’ αυτούς εμπειρία ζωής.

Είναι η προνομιακή θέση στην Ακρόπολη που κάνει αυτόν τον κινηματογράφο τόσο ξεχωριστό;

Σίγουρα ο κήπος με θέα στην Ακρόπολη μένει χαραγμένος στη μνήμη. Τα φυτά και το μνημείο στήνουν το σκηνικό. Ο παχύς κισσός που καλύπτει ολόκληρο τον τοίχο και πέφτει στη δεξιά πλευρά της οθόνης έχει τη ρίζα του κοντά στο μπαρ. Εδώ η ζωή των φυτών ακολουθεί τον κύκλο ζωής του κινηματογράφου. Στο τέλος του φθινοπώρου μαζεύουμε σπόρους από τους βασιλικούς και τους ξαναφυτεύουμε την άνοιξη. Έτσι, όταν ξανανοίγουμε, έχουν φουντώσει οι γλάστρες. Προσπαθούμε, δίνοντας προσοχή στις λεπτομέρειες, να μη χαθούν οι εικόνες και τα αρώματα που κατακλύζουν τον θεατή μόλις περάσει την είσοδο. Θέλουμε να χτίσουμε μια ολοκληρωμένη ελληνική εμπειρία, γι’ αυτό έχουμε ξεκινήσει να προβάλλουμε τα ελληνικά προϊόντα στο κυλικείο. Τελευταία προσθήκη είναι το ελληνικό κρασί που προμηθευόμαστε από έναν βιολογικό αμπελώνα στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας. Επίσης μπορεί να δοκιμάσει κανείς προϊόντα από βύσσινο, όπως ένα ποτό ή ένα γλυκό του κουταλιού, αλλά και τσίπουρο, ελληνικό μηλίτη και ελληνικές μπίρες – τις οποίες ζητούν αρκετοί ξένοι, γι’ αυτό διευρύνουμε συνεχώς τη λίστα.

Σκεφτήκατε ποτέ να αλλάξετε το κλασικό ρεπερτόριο που παίζετε;

Όχι, δεν υπάρχει λόγος να αλλάξει. Διψάνε και οι τουρίστες για παλιά κλασικά σε μεγάλη οθόνη. Όμως πού και πού επιλέγω κανένα blockbuster, παρότι έρχονται σταθερά σινεφίλ. Όλοι θέλουν μια δόση από... Χόλιγουντ. Μια φορά ήρθε μια ηλικιωμένη κυρία και μου εκμυστηρεύτηκε ότι διψάει για περιπέτεια, εφέ και εκρήξεις. Αυτό είναι το ωραίο με το σινεμά, έρχεσαι σε επαφή με τον κόσμο. Εδώ χωράνε 900 θεατές, αν θα γεμίσει ή όχι εξαρτάται πρώτον από τον καιρό και δεύτερον από την ημέρα της εβδομάδας. Η ταινία παίζει μικρότερο ρόλο. Αν έχει ζέστη αλλά φυσάει ένα απαλό αεράκι και είναι Σάββατο, λέμε: «Σήμερα δεν θα ’χουμε πού να τους βάλουμε».

Μία από τις πρώτες μνήμες σας σε αυτό το σινεμά;

Μεγάλωσα σε αυτόν τον κήπο – η επιχείρηση ανήκει στην οικογένειά μου από το 1980. Λίγο πριν τελειώσω το γυμνάσιο, άρχισα να αντέχω το ξενύχτι, κι έτσι βοηθούσα στο κυλικείο, μάζευα τα σκουπίδια μετά το τέλος της προβολής. Εδώ και δύο χρόνια ανέλαβα τη διεύθυνση, τώρα βάζω εγώ την ταινία και κάθομαι στην παλιά πολυθρόνα του θείου μου, δίπλα στην καμπίνα. Αλλάξαμε την αναλογική μηχανή με φιλμ και πήγαμε στους ψηφιακούς προβολείς. Η ταινία έρχεται σε σκληρό δίσκο, σταματήσαμε να κουβαλάμε τις μπομπίνες, να χύνουμε ιδρώτα στην αερολέζα – τραπέζι με δύο άξονες που βοηθούσε τον μηχανικό να γυρίζει την ταινία. Μία από τις πρώτες μνήμες μου είναι σε ηλικία οκτώ ετών: έχει γενέθλια ο αδερφός μου, ο πατέρας μου στρώνει τα μαξιλάρια, ο θείος μου προετοιμάζει την ταινία για τη βραδινή προβολή και εμείς σβήνουμε τα κεράκια μπροστά στο νυχτολούλουδο.

Έχετε αρνηθεί προτάσεις προκειμένου να μην αλλοιωθεί το ύφος του σινεμά;

Μετά τη βράβευση μας πλησίασαν πολλοί, αρκετοί από το εξωτερικό, συχνά με ιδέες που ήταν άσχετες με τον χώρο. Για παράδειγμα, μου πρότειναν να βάλω υπέρδιπλα στρώματα με ουρανό για να ξαπλώνουν οι θεατές. Μα δεν είμαι στο Τέξας, να πεις ότι έχω 2.000 στρέμματα κινηματογράφο! Δεν είναι αυτός ο τρόπος για να κεντρίσω το ενδιαφέρον. Το θερινό σινεμά πρέπει να διατηρήσει την απλότητά του. Να είναι το μέρος όπου πηγαίνεις για να χαλαρώσεις, να πιεις την μπίρα σου, να καπνίσεις ελεύθερα, να δεις αν θέλεις την ταινία ή αλλιώς να χαζέψεις τα αστέρια.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ