ΒΙΒΛΙΟ

Αποχαιρετισμός στον Κώστα Μουρσελά

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ*

Ο Κώστας Μουρσελάς, με τη στόφα του κλασικού, διέσωσε έναν ολόκληρο κόσμο, τον ανθρώπινο κόσμο μας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ον γνώρισα μαζί με τον Λούη του, τον αλησμόνητο ήρωα από τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Τα είδα να ζωντανεύουν εκ των υστέρων, όπως συμβαίνει πάντοτε με όλα τα μεγάλα έργα. Ομως τον Κώστα τον είδα παντού: στο θέατρο, στις «ασκήσεις επί χάρτου», στο πώς εμπεριείχε τους ήρωες. Ηταν απίστευτα γενναιόδωρος, στις αποκαλύψεις και στις αναγνώσεις του, ένα διαρκές εργαστήρι βιβλίου, στην άνοδο, στις μελαγχολίες του και στο χειρουργείο του. Αξιώθηκα να περάσω μαζί του έναν δύσκολο, καλή ώρα, Ιούλιο.

Υστερα από μια μάταιη επέμβαση (από ιατρικό υπερβάλλοντα ζήλο, όπως συνήθως συμβαίνει), η υπέροχη Κική του (μεγάλος και μυθιστορηματικός έρωτας, απολάμβανα να τον ακούω να μου τον διηγείται πάλι και πάλι: γνωρίστηκαν στην Πάρο, σε ένα… τρακάρισμα όπου προσφέρθηκε να πάει ως μάρτυρας!), κανόνισε να χρησιμεύσω ως δούρειος ίππος αφού η διάθεσή του ήταν «κλειστή, λόγω μελαγχολίας» (άλλο σημαντικό του μυθιστόρημα και αυτό). Στην Πάρο δεν είχα ξαναπάει, κι αυτό ήταν το πρόσχημα. Ο στόχος ήταν να βρεθεί στο νησί ο Κώστας μέχρι να μπορέσει να έρθει η Κική, κι έτσι κι έγινε.

Μας φρόντισαν στο φιλόξενο σπίτι τους οι Δαχτυλίδηδες. Ο Χρήστος ήταν κάτι σαν ο ιδανικός αναγνώστης και φίλος, εκείνος στον οποίο οφείλουμε και τα «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά» ως μυθιστόρημα. Διότι το πρώτο κεφάλαιο για το ποιος ήταν ο Λούης ήταν προσχέδιο για θεατρικό ήρωα, «Κώστα, το ξέρεις; Ξεκίνησες ήδη ένα μυθιστόρημα!», του είπε, κι έτσι ξεκίνησαν όλα.

Ζήσαμε σαν σκανταλιάρικα παιδιά μια παρένθεση: με πατατούλες τηγανητές κι άλλα βλαβερά στις ταβέρνες τα βράδια, με κουβεντολόι απίστευτο ώς την αυγή, δίχως τα ωφέλιμα μπάνια. «Κολυμπάτε;», ρωτούσε η Κική του, «τρώτε σωστά;».

Αλλωστε όλοι μας ξαναγυρίσαμε στη ζωές μας. Στο μεταξύ μάθαμε πως από τον ήρωα ξεκινά κάθε μυθιστορηματικό σύμπαν. Δίχως την Μποβαρί δεν έχει μυθιστόρημα. Ετσι και βρεις τον ήρωά σου, το μόνο που χρειάζεται είναι να ακολουθείς τίμια και πιστά τα δικά του βήματα. Καθόλου τυχαίο, ο Σόλων και ο Λουκάς, οι άλλοι παλαιοί του ήρωες απ’ το «Εκείνος κι εκείνος», που ποτέ δεν ξεχάσαμε. Ο Λούης κι ο Κωνσταντής που είναι το αιώνιο ρίσκο και η ζωή που δεν ζήσαμε.

Το είπα και πριν, θα το ξαναπώ: ο Μουρσελάς υπήρξε απίστευτα γενναιόδωρος. Με παριανή ρεβιθάδα σε ξεναγούσε στον Πειραιά που μόνο εκείνος ήξερε, στα μυστικά του πατρός του, αφηγητής ταυτοχρόνως και ήρωας, σε εκείνο το μπορχεσιανό ξενοδοχειακό λαβύρινθο που είχε χτίσει στο νησί η πρώτη γυναίκα του, στην απόγνωση επάνω. Οταν βρεθήκανε δίχως δουλειά ντάλα χούντα και οι δύο.

Πάντοτε γλυκός, τρυφερός, προσηνής, πρόθυμος, σε ό,τι τρελό του ζητούσες, φτάνει να είχε λογοτεχνία και νέους. Πρώτος τούς διάβαζε και γενναιόδωρα τους το έλεγε. Μιλούσε συχνά για τον Χρήστο Οικονόμου σήμερα και για την Μήτσορα της «Περίληψης του κόσμου».

Στον μεγάλο διαδικτυακό διαγωνισμό του Artmagazine υπήρξε ο επικεφαλής κριτής, 1.200 διηγήματα πέρασαν απ’ τα χέρια του. Χέρι με χέρι μάλιστα, διότι ο Κώστας δεν έμαθε ποτέ του να στέλνει ούτε mail. Ο,τι δικό του, το έχω με εκείνα τα δυσανάγνωστα σαν προφητεία γοητευτικά του γράμματα. Με fax έστελνε ο γιος του «εκείνα που ήταν ανάγκη».

Μέσα Ιουλίου, παραμονή της Αγίας Μαρίνας, όπως τότε, την ίδια ώρα σχεδόν που ξεκινούσαμε για να βγούμε απ’ τη μελαγχολία, είδα στο κινητό το δικό του τηλέφωνο. «Κώστα;», λαχτάρισα. Ηταν η Κική του κλαμένη. «Ο Κώστας έφυγε», μου είπε, αλλά πώς γίνεται όταν έχεις αφήσει έναν Σόλωνα κι έναν Λουκά πίσω σου να φτάνουν μέχρι το κόκαλο το κοφτερό σου μαχαίρι; Ο Μουρσελάς, με τη στόφα του κλασικού, διέσωσε έναν ολόκληρο κόσμο, τον ανθρώπινο κόσμο μας. Αύριο θα είναι αλλιώς, αλλά εκείνος μας χάρισε ήδη ένα μυθιστορηματικό σύμπαν για πάντα.

* Η κ. Ελένη Γκίκα είναι συγγραφέας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ