ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΜΙΧΑΗΛ*, ΧΑΡΗΣ ΜΥΛΩΝΑΣ**

Η αξιοδότηση στην ιστορία της τέχνης

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​Πριν από λίγες ημέρες έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου «Μνήμες και Χρέος» στον προαύλιο χώρο της ΕΡΤ. Το έργο φιλοτέχνησε, αφιλοκερδώς, ο γλύπτης Κυριάκος Ρόκος. Πέραν των συζητήσεων για την πολιτική σκοπιμότητα του μνημείου, την αρχαιοελληνική επιγραφή και το νόημά της, και τις διενέξεις που εκτυλίχθηκαν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, το ίδιο το έργο έχει δεχθεί σφοδρή κριτική για την αισθητική του. Κάθε έργο μάς οδηγεί σε συγκεκριμένους συνειρμούς και απ’ ό,τι φαίνεται οι συνειρμοί που προκαλεί το μνημείο «Μνήμες και Χρέος» προσλαμβάνονται από τους συμπατριώτες μας ως εκτός εποχής – και σίγουρα όχι εποχής που νοσταλγούν. Δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς ότι το έργο θυμίζει σοβιετική τέχνη και αν μη τι άλλο δεν έχει χαρακτηριστικά «σύγχρονης» τέχνης, με τα οποία πιθανόν θα ήθελαν να συσχετιστούν. Πιο συγκεκριμένα, ο σοβιετικός ρεαλισμός συχνά επικεντρώνεται σε παραστατικές φιγούρες εργατών και του μόχθου τους. Ενας μινιμαλιστικού τύπου μαύρος κύβος (συμβολίζοντας το «μαύρο» στην ΕΡΤ) τοποθετημένος σε μια βάση ίσως να είχε θεωρηθεί εντός του πλαισίου της σύγχρονης τέχνης. Βέβαια ακόμη και για τους λάτρεις του σοβιετικού ρεαλισμού το έργο μάλλον δεν ικανοποιεί. Το παραστατικό κομμάτι τού «Μνήμες και Χρέος» είναι υπερβολικά δραματικό, σε βαθμό που υπονομεύει το έργο.

Μια γρήγορη ματιά στο έργο του καλλιτέχνη δεν προϊδεάζει απαραίτητα για ένα τέτοιο έργο. Αλλά το κοινό δικαιούται να αναρωτηθεί εάν ένα τέτοιο μνημείο θα ήταν δυνατόν να ανεγερθεί στο προαύλιο δημόσιου κτιρίου υπό διαφορετικές κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Φυσικά και η αντίδραση στο έργο είναι μάλλον προϊόν των ίδιων συνθηκών. Αυτές οι διαπιστώσεις δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα. Η πρόσληψη και αξιοδότηση έργων, αλλά και ρευμάτων, τέχνης διαμορφώνεται συχνά από ιστορικά γεγονότα που δεν είναι απαραίτητα συνδεδεμένα με αντικειμενικά κριτήρια που αφορούν την ίδια την τέχνη. Τεχνολογικές ανακαλύψεις, πολιτικές αποφάσεις, πόλεμοι, ακόμη και καιρικά φαινόμενα, επηρεάζουν τη διαδικασία αξιολόγησης και αξιοδότησης ενός έργου τέχνης. Διάφορα σημαντικά ιστορικά γεγονότα επέδρασαν σαν καταλύτες για ριζοσπαστικές ανακατατάξεις στην ιστορία της τέχνης.

Η βυζαντινή τεχνοτροπία

Το πρώτο παράδειγμα αφορά την περίοδο υιοθέτησης του χριστιανισμού από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περί το 380 μ.Χ. Αυτή η μετάβαση σηματοδότησε και το τέλος μια χιλιετίας όπου επικρατούσε η ανθρωπιστική και νατουραλιστική τέχνη. Μια παράδοση που έδινε έμφαση στον ρεαλισμό και τον φορμαλισμό. Τη θέση της πήρε σταδιακά μια πιο επίπεδη μορφή τέχνης. Η κωδικοποιημένη και συμβολική βυζαντινή τεχνοτροπία είχε εργαλειακό σκοπό: να προσελκύσει τις μάζες στη νέα θρησκεία. Εν τω μεταξύ, η εικονοκλαστική περίοδος του 8ου αιώνα οδήγησε στην καταστροφή των δημόσιων ελληνικών και ρωμαϊκών αριστουργημάτων της κλασικής περιόδου.

Ενα άλλο παράδειγμα αποτελεί η εφεύρεση της φωτογραφίας, γύρω στο 1850. Η τέλεια αναπαράσταση της πραγματικότητας που ήταν πλέον τεχνικά δυνατή υπονόμευσε διά παντός την παραδοσιακή ρεαλιστική ζωγραφική. Τη χρονική αυτή στιγμή, δύο κινήματα τέχνης έκαναν την εμφάνισή τους: οι προ-ραφαηλίτες και οι ιμπρεσιονιστές. Η καταπληκτική τεχνική και ικανότητα των προ-ραφαηλιτών, με την προσοχή στη λεπτομέρεια και τα φωτεινά χρώματα, έκαναν τα έργα τους περιζήτητα. Αντιθέτως, οι ιμπρεσιονιστές γελοιοποιούνταν από το κατεστημένο σε τέτοιο βαθμό, που κατέληξαν στο Salon Des Refusés το 1863. Αλλά όσο η φωτογραφία αναπτυσσόταν και γινόταν προσβάσιμη στο ευρύτερο κοινό, οι μελλοντικοί ιστορικοί τέχνης επαναξιολόγησαν τη δουλειά των ιμπρεσιονιστών και αποφάνθηκαν ότι είναι σημαντική, αφού αναπαριστά όχι το πώς μοιάζει η πραγματικότητα αλλά την αίσθηση που προκαλεί. Οπως είναι γνωστό, τα έργα τέχνης γνωστών ιμπρεσιονιστών πωλούνται για εκατομμύρια δολάρια σε δημοπρασίες ενώ οι προ-ραφαηλίτες, παρ’ όλη την αναμφισβήτητη αξία τους, δημοπρατούνται σε αισθητά χαμηλότερες τιμές.

Η περίοδος των ναζί

Το τρίτο παράδειγμα αφορά την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το 1937 οι ναζί εγκαινίασαν το Degenerate Art show στο Βερολίνο. Αυτή η έκθεση είχε σκοπό να γελοιοποιήσει τον μοντερνισμό. Ο σκοπός του καθεστώτος ήταν να εξαφανίσουν τη μοντέρνα τέχνη απαξιώνοντάς την στη συνείδηση του κοινού. Η έκθεση περιείχε έργα των Chagall, Kandinsky, Klee, Ernst και Nolde μεταξύ άλλων. Την ίδια στιγμή, η νεοκλασική και απεικονιστική τέχνη προωθήθηκε από το καθεστώς, με βασικούς πρωταγωνιστές καλλιτέχνες όπως ο Adolf Ziegler. Η ναζιστική προπαγάνδα λειτούργησε, και το Degenerate Art show ήταν η πιο επιτυχημένη έκθεση του 20oύ αιώνα, με πάνω από τρία εκατομμύρια επισκέπτες. Με την επικράτηση των Συμμάχων στον Πόλεμο, οι μοντερνιστές έγιναν οι ήρωες και η τέχνη τους σύμβολο της ελευθερίας από τον ολοκληρωτισμό. Ο μοντερνισμός και οι παραφυάδες του ακόμη κυριαρχούν την ιστορία της τέχνης. Επιπλέον, η απεικονιστική και ρεαλιστική τέχνη συνδέθηκε με τον Χίτλερ και ακόμη και σήμερα είναι περιθωριοποιημένη.

Οι παραπάνω ιστορικές αναδρομές αναδεικνύουν την πολλαπλή ενδεχομενικότητα που ενυπάρχει σε ορισμένες στιγμές. Οπως υποστηρίξαμε και στην εισαγωγή του άρθρου, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως καθεστωτικές αλλαγές, πολεμικές ήττες, τεχνολογικές ανακαλύψεις ή εφευρέσεις, επηρεάζουν τη διαδικασία αξιοδότησης διαφορετικών ρευμάτων τέχνης. Τι θα γινόταν, για παράδειγμα, εάν ο Alan Turing δεν αποκρυπτογραφούσε τα μηνύματα της γερμανικής μηχανής Enigma κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Τι σημασία έχει αυτή η διαπίστωση για την τέχνη και τη διαδικασία αξιοδότησης των διαφορετικών ρευμάτων; Για να έρθουμε στα της χώρας μας, η σημερινή συγκυρία στην Ελλάδα ίσως οδηγήσει τους οπαδούς του ΣΥΡΙΖΑ σε μια εκ νέου θετική πρόσληψη ενός «τυποποιημένου» σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Εχοντας απολέσει ο ΣΥΡΙΖΑ τον ριζοσπαστισμό του στο πολιτικό επίπεδο, φαίνεται ότι έχει οδηγηθεί και στο αισθητικό επίπεδο σε μια «τυποποίηση». Ο σοβιετικός ρεαλισμός άλλωστε δεν ήταν φόρμα, ήταν μέθοδος. Η σφοδρή κριτική του έργου μνημείου «Μνήμες και Χρέος» από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, όμως, μάλλον υποδηλώνει την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει ιδεολογική ηγεμονία στη χώρα.

* Ο κ. Θεοδόσης Μιχαήλ (Theo Michael) είναι καλλιτέχνης που ζει και εργάζεται στην Πόλη του Μεξικού. Σπούδασε Καλές Τέχνες και πήρε δίπλωμα από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τη Σχολή Καλών Τεχνών της Ουτρέχτης. Ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του στο Wimbledon School οf Art.

** Ο κ. Χάρης Μυλωνάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο George Washington University.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ