ΕΛΛΑΔΑ

Ελληνοτουρκική συνάντηση στον Εβρο

ΣΩΤΗΡΗΣ ΡΙΖΑΣ*

Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας Κωνσταντίνος Κόλλιας (στη μέση) και της Τουρκίας Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ (δεξιά) τη δεύτερη μέρα των συνομιλιών που διεξήχθησαν στην Αλεξανδρούπολη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η ελληνοτουρκική συνάντηση του Εβρου τον Σεπτέμβριο 1967 αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση βιαστικής και ελλιπώς προετοιμασμένης διπλωματικής προσπάθειας που κατέληξε σε αποτυχία. Ταυτόχρονα, υπήρξε μια σημαντική στροφή στη διαχείριση του Κυπριακού με αρνητικές βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες συνέπειες. Η σύλληψη της πολιτικής που οδήγησε στη συνάντηση του Εβρου μπορεί να αποδοθεί σε δύο παράγοντες. Η πρώτη παραδοχή της ηγεσίας του στρατιωτικού καθεστώτος, που προέκυψε από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ήταν ότι μπορούσε να επιτύχει ταχύτατα την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, ακολουθώντας μια διπλωματία που δεν θα υφίστατο τους περιορισμούς των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Η δεύτερη παραδοχή της ήταν ότι η Αθήνα μπορούσε να επιτύχει μια πολιτική διευθέτηση στη βάση του σχεδίου Ατσεσον (Acheson) του Αυγούστου του 1964, όταν ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, στο πλαίσιο αμερικανικής πρωτοβουλίας επίλυσης του Κυπριακού, είχε προτείνει την ένωση του νησιού με την Ελλάδα έναντι της εκμίσθωσης μιας έκτασης ίσης με το 5% του κυπριακού εδάφους. Αυτή η ζώνη θα χρησιμοποιείτο ως στρατιωτική βάση από την Τουρκία. Επίσης προβλεπόταν και ευρεία αυτοδιοίκηση σε περιοχές όπου πλειοψηφούσαν Τουρκοκύπριοι.

Οι προδιαθέσεις των δικτατόρων στο Κυπριακό

Η επιδίωξη διμερούς συμφωνίας με την Τουρκία αποτελούσε βασικό σημείο στην κυπριακή πολιτική της ηγεσίας της δικτατορίας, καθώς η τελευταία θεωρούσε τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ανθενωτικό και ρέποντα σε αδέσμευτη και φιλοσοβιετική πολιτική ακριβώς για να επιτύχει την οριστική ματαίωση της ένωσης. Αρκετοί από τους αξιωματικούς που είχαν πραγματοποιήσει το πραξικόπημα είχαν υπηρετήσει στην ελληνική μεραρχία που στάθμευε στην Κύπρο κατά την τριετία 1964-67. Προσλάμβαναν τον Αρχιεπίσκοπο και την πολιτική του αρνητικά στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης μεταξύ της κυβέρνησης της Λευκωσίας και του ελλαδικού στρατιωτικού στοιχείου που υπηρετούσε στη Μεγαλόνησο.

Ενα συγκυριακό στοιχείο επέτεινε ενδεχομένως την πεποίθηση της ηγεσίας του στρατιωτικού καθεστώτος ότι η πραγματοποίηση της ένωσης ήταν ευχερής. Ο υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης των αποστατών της Ενωσης Κέντρου Ιωάννης Τούμπας (Μάιος-Δεκέμβριος 1966) είχε αναλάβει διμερείς διαπραγματεύσεις με την Τουρκία για την επίλυση του Κυπριακού. Αυτές είχαν καταλήξει στη σύνταξη και υπογραφή εκ μέρους των υπουργών Εξωτερικών Τούμπα και Τσαγλαγιανγκίλ ενός πρακτικού τον Δεκέμβριο του 1966. Σύμφωνα με αυτό, οι δύο πλευρές επέμεναν στις θέσεις τους, η Αθήνα στην ένωση, με αντάλλαγμα την παραχώρηση της μιας από τις δύο βρετανικές βάσεις στην Τουρκία και η Αγκυρα σε καθεστώς δεσμευμένης ανεξαρτησίας. Αν και από γραπτά τεκμήρια δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, ο Τούμπας πίστευε ότι η τουρκική πλευρά συζητούσε την επίλυση του Κυπριακού στη βάση της ένωσης και η ερμηνεία του αυτή ενέτεινε πιθανότατα την παραδοχή της ηγεσίας του στρατιωτικού καθεστώτος ότι η πολιτική αυτή ήταν δυνατή.

Μ’ αυτόν τον μάλλον αβασάνιστο τρόπο η Αθήνα θα επεδίωκε εφεξής τη συμφωνία με την Τουρκία. Ούτως ή άλλως, ο στρατηγικός σχεδιασμός του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν μάλλον χαώδης και άφηνε αδιευκρίνιστα καίρια ζητήματα. Ετσι, για ένα διάστημα πέραν του διμήνου δεν είχε καταστεί σαφές αν η Αθήνα θα επεδίωκε πρώτα την ανατροπή του Μακαρίου και εν συνεχεία συμφωνία με την Τουρκία ή, αντίστροφα, αν θα επεδίωκε πρώτα διευθέτηση με την Αγκυρα και εν συνεχεία θα επιχειρούσε να την επιβάλει στην Κύπρο με την ελληνική μεραρχία που ήταν εγκατεστημένη εκεί. Τον Ιούλιο του 1967 φαίνεται ότι το στρατιωτικό καθεστώς επέλεξε τον δεύτερο δρόμο, δηλαδή την επιδίωξη της συμφωνίας με την Τουρκία πρώτα και την επιβολή της εν συνεχεία. Μπορεί να υποτεθεί ότι συνέβαλαν στην εξέλιξη αυτή τόσο οι έντονες παραστάσεις της Βρετανίας, εγγυήτριας δύναμης και κατόχου κατά κυριαρχία δύο βάσεων στην Κύπρο, όσο και η εκδήλωση της ανησυχίας της Σοβιετικής Ενωσης για ενδεχόμενη επιβολή μονομερών λύσεων στο Κυπριακό σε αντίθεση με τις επιθυμίες της νόμιμης κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Το νέο διπλωματικό περιβάλλον

Το διπλωματικό περιβάλλον εντούτοις είχε μεταβληθεί από την εποχή του σχεδίου Ατσεσον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν ευμενώς το ενδεχόμενο μιας ελληνοτουρκικής συμφωνίας για την ένωση. Πράγματι, έτσι θα εξέλιπε μια εστία έντασης που χαλάρωνε τη συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας στην ανατολική Μεσόγειο και η Κύπρος θα ετίθετο υπό τον έλεγχο ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, όμως, η Ουάσιγκτον δεν ήταν διατεθειμένη να παίξει ενεργό ρόλο στην αναζήτηση λύσης, καθώς η εμπειρία του σχεδίου Ατσεσον του 1964 είχε αναδείξει τα σοβαρά μειονεκτήματα μιας αμερικανικής εμπλοκής: Οι ΗΠΑ δεν είχαν επιτύχει την επίλυση του προβλήματος και ταυτόχρονα είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της διαμάχης μεταξύ των συμμάχων τους. Ενώ συνεπώς ενθάρρυναν την εξεύρεση λύσης από την Αθήνα και την Αγκυρα, απέφευγαν μάλιστα να αναφερθούν στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ως αναγκαίο παράγοντα σε διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, δεν αναλάμβαναν κανέναν ενεργό ρόλο. Ο βρετανικός παράγων δεν διέθετε την ισχύ για να επιβάλει κάποια λύση. Οι απόψεις του όμως δεν αγνοούνταν, ιδίως όταν επισήμαινε ότι δεν θα συναινούσε σε μια λύση που θα επιχειρούσε να επιβάλει βιαίως στην Κύπρο το καθεστώς των συνταγματαρχών παρά τη θέληση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η Σοβιετική Ενωση τέλος, με ισχυρότερη πλέον ναυτική παρουσία στη Μεσόγειο απ’ ό,τι στα πρώτα στάδια του Ψυχρού Πολέμου, προειδοποιούσε τις δυτικές δυνάμεις εναντίον της προσπάθειας επιβολής λύσης που θα εξυπηρετούσε τα δυτικά στρατηγικά συμφέροντα.

Το σημαντικότερο παρά ταύτα αρνητικό στοιχείο για την εφαρμογή της πολιτικής της χούντας στο Κυπριακό ήταν η Τουρκία η οποία αντιλαμβανόταν ότι το στρατιωτικό καθεστώς διέθετε μειωμένο διεθνές κύρος. Τη χώρα κυβερνούσε από το 1965 μια ισχυρή κοινοβουλευτικά κυβέρνηση του Κόμματος της Δικαιοσύνης, διαδόχου σχήματος του Δημοκρατικού Κόμματος του Αντνάν Μεντερές. Οι ασταθείς συνασπισμοί υπό την ηγεσία της ιστορικής φυσιογνωμίας του κεμαλικού κατεστημένου, του Ισμέτ Ινονού, ο οποίος ευνοούσε στο πλαίσιο πάντοτε των τουρκικών στρατηγικών αντιλήψεων, μια συμβιβαστική λύση στο Κυπριακό ανήκαν στο παρελθόν. Αμερικανική πίεση της έντασης που είχε ασκηθεί το 1964 στο πλαίσιο της μεσολάβησης Ατσεσον δεν επρόκειτο να επαναληφθεί. Η Αγκυρα αισθανόταν εξάλλου ότι η θέση της ήταν ενισχυμένη εντός του δυτικού στρατοπέδου μετά τον πόλεμο των Εξι Ημερών στη Μέση Ανατολή τον Ιούνιο του 1967. Τέλος, το αντάλλαγμα μιας περιορισμένης έκτασης βάσης στην Κύπρο θεωρείτο αμελητέο.

Οι σοβαρές συνέπειες της αποτυχίας

Παρά τις επιφυλάξεις πάντως που διατηρούσε η τουρκική κυβέρνηση αποδέχθηκε την πρόσκληση της Αθήνας για μια συνάντηση κορυφής, η οποία και πραγματοποιήθηκε στην ελληνοτουρκική μεθόριο στον Εβρο, τη μία μέρα σε τουρκικό έδαφος, στην Κεσάν, και την άλλη σε ελληνικό, στην Αλεξανδρούπολη. Στη συνάντηση αυτή ο Τούρκος πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ θα απέρριπτε χωρίς περιστροφές την ελληνική πρόταση για ένωση έναντι παραχώρησης μιας βάσης κατά κυριαρχία. Το πλήγμα για τη δικτατορία ήταν ισχυρό, καθώς στη συνάντηση συμμετείχε εκτός από τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Κόλλια και ο ισχυρός άνδρας της χούντας συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος. Δεν είναι γνωστό πώς ακριβώς εξελίχθηκαν οι συνομιλίες και ιδίως αν η τουρκική πλευρά περιορίστηκε σε μια σκληρή απόρριψη της ελληνικής πρότασης ή αντιπρότεινε κάποιο είδος διχοτόμησης το οποίο η Αθήνα δεν ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτή την αρχική φάση της δικτατορίας, η ηγεσία του στρατιωτικού καθεστώτος, και σε αντίθεση ενδεχομένως με μεταγενέστερες αντιλήψεις της των αρχών της δεκαετίας του 1970, δεν ήταν διατεθειμένη να καταβάλει υψηλό τίμημα για την εξασφάλιση της τουρκικής συγκατάθεσης για την ένωση. Επρόκειτο για μια περίοδο κατά την οποία οι στρατιωτικοί δεν είχαν αποκτήσει ρεαλιστική αντίληψη των δεδομένων του Κυπριακού.

Οι συνέπειες της αποτυχημένης συνάντησης του Εβρου ήταν σοβαρές. Το στρατιωτικό καθεστώς δεν έβγαλε τα αναγκαία συμπεράσματα τόσο για τα απαιτούμενα ανταλλάγματα προς την Τουρκία όσο και για τη δυσμενή για τον στόχο της ένωσης στρατηγική εξίσωση που είχε διαμορφωθεί. Το τουρκικό τίμημα για την ένωση ήταν εξαιρετικά υψηλό και αν υποτεθεί ότι η Αθήνα ήταν διατεθειμένη να το καταβάλει, το διεθνές πλαίσιο ήταν εξαιρετικά δυσμενές έως απαγορευτικό για έξωθεν επιβολή διευθέτησης στην Κύπρο. Το στρατιωτικό καθεστώς θα τρεπόταν όμως στο επόμενο δίμηνο στην άσκηση μιας «πολιτικής πυγμής» η οποία και θα οδηγούσε στη μείζονα κρίση του Νοεμβρίου 1967.

* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ