ΒΙΒΛΙΟ

Δεξιοτέχνης της μικρής φόρμας

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης φωτογραφίζεται στη Θεσσαλονίκη, με φόντο τα ζωγραφικά του έργα, προσωπογραφίες Ελλήνων συγγραφέων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ
Ντεπό
εκδ. Πατάκη, σελ. 250

«Ντεπό», η περιοχή της Θεσσαλονίκης που έχει συνδέσει την ονομασία της με την εποχή των τραμ. «Ντεπό» στα γαλλικά, η αποθήκη, που παραπέμπει στην εξερεύνηση και στην αποκάλυψη δυσδιάκριτων πραγμάτων και εντυπωσιακών λεπτομερειών. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γίνεται το «κλειδί» των αποκαλύψεων αφήνοντας την επινόηση, καθοδηγούμενη από την επίμονη επεξεργασία, να προδώσει μυστικά παγιδευμένα σε λέξεις, αλήθειες βραδυφλεγείς και εικόνες ονείρων, ιστορίες του «κρύβε-μίλα», τέτοιες που «μπλέκονται με άλλες και μετακινούνται αυθαίρετα στα πίσω λατομεία του νου ως τακτικοί θαμώνες ή κατάδικοι». Οι αναγνώστες που εξερευνούν τα 27 διηγήματα του «Ντεπό» καλούνται να παραστούν στην επινόηση της τέχνης της διήγησης μετεωριζόμενοι ανεξέλεγκτα στην ιλαρή δεξαμενή της.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Σκαμπαρδώνης αναμετριέται με κείμενα μικρής φόρμας, ενιαίες εντυπώσεις που μεταφέρονται με το κατάλληλο αφηγηματικό όχημα. Δεξιοτέχνης στο είδος, μάστορας στη μοναδικότητα των γεγονότων και την οικονομία των μέσων. Αντιπροσωπευτικά παραδείγματα: «Η στενωπός των υφασμάτων» (κρατικό βραβείο διηγήματος, 1993), «Επί ψύλλου κρεμάμενος» (βραβείο «Διαβάζω», 2004), «Περιπολών περί πολλών τυρβάζω» (βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, 2012). Με το πρόσφατο ωστόσο βιβλίο του, προσεγγίζεται αριστοτεχνικά ο ύψιστος βαθμός επικοινωνίας συγγραφέα και αναγνώστη.

Το εξώφυλλο, απλό όσο και εντυπωσιακό (μια λευκή ευθεία σε μαύρο φόντο), παραπέμπει στη σταθερότητα του χεριού του καλλιτέχνη που δεν διστάζει να αποτυπώσει την «ακριβή ρέμβη» των ηρώων του (στην προμετωπίδα διαβάζουμε τον στίχο του Γιώργου Σαραντάρη), τον παλιό διανομέα να απολαμβάνει ένα πλούσιο γεύμα κάτω από το εκθαμβωτικό φως του κρυστάλλινου πολυέλαιου (που «αγάλλεται επηρμένος ανάμεσα στις πευκοβελόνες και τα κλαδιά»), την πονηρή αθερίνα που ξεφεύγει από το κοπαδάκι της, διαστέλλεται, γιγαντώνεται και μετατρέπεται σε «αθερινοφάλαινα», μια αθερίνα-κήτος που για πρώτη φορά δείχνει, χωρίς συστολή, τη χάρη, «το εκτόπισμα και το πραγματικό μέγεθος της μοναξιάς της» και την ιστορία του ιερού σπαθιού που θάφτηκε στον σκαμμένο τοίχο του σπιτιού μαζί με τη θήκη του «τυλιγμένο και ραμμένο σε γουρουνόδερμα» για να μην το βρούνε ποτέ.

Οι απίθανες ιστορίες - σκιαγραφίες περιλαμβάνουν εικόνες: μιαν Ελένη «που ξέρει από οδύνη, από μαχαιριά και πώς να ζυμώνει ψωμί», έναν κυνηγό-καρτεριτζή που βαράει κατά λάθος τον φίλο του και μια μάνα που πλένει το μωρό της στο ποτάμι από κρασόνερο. Ολες υποδηλώνουν την αλληλοπλοκή προσώπων και φύσης, φανταστικού και ονειρικού αλλά και την αυστηρή οικονομία και ισορροπία της αναπτυξιακής μεθόδου.

Στο «Ντεπό» ο συγγραφέας οδηγεί τον αναγνώστη του με μικρά προσεκτικά βήματα. Εχει απόλυτη συνείδηση της κρίσιμης στιγμής, της στιγμής της αποκάλυψης που προετοιμάζεται στη λεπτομέρεια και συνεπάγεται μιαν εξαιρετικά διορατική στιγμή αλήθειας. Ο James Joyce, γνωρίζοντας καλά τη σημασία των κρίσιμων αποκαλύψεων στις ιστορίες του, επινόησε γι’ αυτές τον όρο «Επιφάνεια» (βλ. στους «Δουβλινέζους»). Παράδειγμα, στο «Ολόγραμμα τράγου» του Σκαμπαρδώνη, όπου στο τέλος η φυσικότητα του ψηφιακού Πολύκαρπου (του τράγου εν προκειμένω) καθιστά αθάνατο το θρυλικό ζώο της περιοχής, με τους τσομπάνηδες να διηγούνται πως βλέπουν τις νύχτες τον φοβερό λύκο να τον κοιτάζει επίμονα χωρίς να μπορούν να καταλάβουν τι σκέφτεται.

Οδυνηρή νοσταλγία

Μια άλλη ιστορία («Μπαρ στη Μύκονο») οδηγεί παρόμοια σε μια περίπου οδυνηρή λάμψη νοσταλγίας του συγγραφέα που συνειδητοποιεί ότι σε αυτό τον ίδιο χώρο νοίκιαζε τα καλοκαίρια μια κάμαρα ο Μ. Καραγάτσης: «Ξανακοιτάζω προς τον πάγκο του μπαρ. Ο Γιούγκερμαν κι ο Λιάπκιν έχουν εξαφανιστεί και στη θέση τους κάθονται δυο νεαροί αλλοδαποί, μιλώντας χαμηλόφωνα, σκυφτά (…) Βράδιασε ο νους μου και βλέπω τους δυο ήρωες του Καραγάτση να απομακρύνονται τώρα αργά, περπατώντας, τρεκλίζοντας επί των κυμάτων και να χάνονται συζητώντας με μεγάλες χειρονομίες. Να μικραίνουν σιγά σιγά πάνω στα σκοτεινά νερά τραβώντας προς τη μεριά της Ανδρου, όπου καταμπροστά στο λιμάνι βρίσκεται, άδειο μεν αλλά πάντα με ανοιχτά τα φώτα, το παλιό, πέτρινο σπίτι του συγγραφέα τους, αγρυπνώντας και περιμένοντας».

Σε μιαν άλλη πάλι ιστορία («Αρώματα αερολιμένος»), αφηνόμαστε ανυπεράσπιστοι στις μυρωδιές των αρωμάτων που με τόση λεπτομερή αισθαντικότητα περιγράφονται από τον συγγραφέα, για να αναδυθεί όμως πίσω από την επιφάνειά τους μια μόνη σκηνή «πίσω από σκιερά και συγκεχυμένα παραπετάσματα της μνήμης»: ένα γυναικείο χέρι, ίδιο μ’ εκείνο που περιέγραφε ο Παπαδιαμάντης («η κυανόφλεβος και χελωνόδερμος χειρ της γραίας») κι ένα πρόσωπο ανεπανόρθωτα αλλοιωμένο από τον χρόνο.

Τα διηγήματα του «Ντεπό» μοιάζουν με ταξιδιάρικα πουλιά, των οποίων η προέλευση και ο προορισμός είναι πέρα από τα όρια της αφήγησης. Οσο για την εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης από αυτά, μοιάζει μ’ εκείνην που αποκομίζουμε από τους ανθρώπους: «οι τροχιές τους βγαίνουν έξω από το διάστημα και τοποθετούνται για λίγο κατά μήκος των δικών μας, έπειτα φεύγουν και στροβιλίζονται πάλι στο άγνωστο, αφήνοντάς μας με κάτι περισσότερο από μιαν ιδέα της πραγματικότητάς μας κι ένα αίσθημα αμήχανης περιέργειας όσον αφορά το μυστήριο της αρχής και του τέλους της ύπαρξής τους», αναγνώριζε, καθόλου άδικα, ο William James.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ