ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΛΟΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ*

Συνταγματική σοφία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ συνταγματικός λόγος που αρθρώνεται στη χώρα μας, κυρίως η πολιτική «σοφία και σωφροσύνη», οι οποίες αποτυπώνονται στις αναθεωρητικές προτάσεις των πολιτικών δυνάμεων, αντανακλούν τη γενικότερη σοβαρότητα, υπευθυνότητα και το αίσθημα ευθύνης που τις χαρακτηρίζει – ή την έλλειψη αυτών των στοιχείων. Ας δούμε πού βρισκόμαστε σήμερα.

Η «συνταγματική σοφία» του ΣΥΡΙΖΑ. Συνδυάζει βερμπαλιστική υπεράσπιση («είμαστε κάθε λέξη του Συντάγματος»), έμπρακτη παραβίαση του κράτους δικαίου και έναν ακραίο αναθεωρητικό ριζοσπαστισμό που λειτουργεί ως μηχανισμός αποπροσανατολισμού της κοινωνίας. Ακόμα και στο αναθεωρητικό διάβημα, η κυβέρνηση αγνοεί τη συνταγματική τάξη: δημιουργεί επιτροπές εκτός Βουλής, «απειλεί» με αναθεωρητικό δημοψήφισμα που απαγορεύεται, προτείνει αλλαγές εντός του πυρήνα των μη αναθεωρητέων διατάξεων, συγχέει τη λαϊκή κυριαρχία με το βοναπαρτισμό και τον μπολιβαρισμό.

Χαρακτηριστική είναι η «ρηξικέλευθη» ιδέα συνταγματικής καθιέρωσης της ολοσχερούς αναλογικής ως παγίου εκλογικού συστήματος – αφού πρώτα η παρούσα κυβέρνηση κέρδισε δύο εκλογές με «ημιπλειοψηφικό» σύστημα.

Μεταπολιτευτικά, μόνον το ΠΑΣΟΚ άλλαξε για κομματικό όφελος τον εκλογικό νόμο προς το αναλογικότερο, το 1989. Με την αναθεώρηση όμως του 2001, πάλι με κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το άτυπο πολιτικό κεκτημένο πήρε συνταγματική μορφή, αφού πλέον κάθε αλλαγή του εκλογικού συστήματος ισχύει για τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός αν λάβει 180 ψήφους – κάτι που δεν συνέβη με τον εκλογικό νόμο που ψήφισε η παρούσα κυβέρνηση.

Κρισιμότερο είναι πως η «απλή» –πλην εξαιρετικά περίπλοκη στην πράξη– αναλογική αποτελεί θεσμική συνταγή ακυβερνησίας: Δυσκολία λήψης αποφάσεων από σχήματα στα οποία συμμετέχουν πολλά και ετερόκλητα κόμματα και κομματίδια. Προσδόκιμο ζωής αναλογικά αναδεικνυόμενων Κοινοβουλίων κατώτερο του μισού εκείνων που αναδεικνύονται με διαφορετικό τρόπο. Πιθανότητα στη θητεία του ιδίου Κοινοβουλίου να προκύψουν κυβερνητικά σχήματα τελείως διαφορετικού πολιτικο-ιδεολογικού προσανατολισμού: περίπτωση εναλλαγής Αντουάν Πινέ, ενός Γάλλου «Στέφανου Μάνου» και Πιερ Μεντές Φρανς, ενός «αριστερού Σημίτη», στη γαλλική Βουλή του 1952. Δυνατότητα πρωθυπουργοποίησης προσώπων μειωμένης λαϊκής νομιμοποίησης: περίπτωση Σπαντολίνι, το κόμμα του οποίου είχε λάβει ποσοστό 2%, στην Ιταλία των αρχών της δεκαετίας του ’80. Βλαπτική, ακόμα και για χώρες με σοβαρή δημόσια διοίκηση, μεσολάβηση μεγάλου διαστήματος από την «αναλογική λαϊκή ετυμηγορία» μέχρι τη συγκρότηση –πολιτικής, όχι υπηρεσιακής– κυβέρνησης.

Η βασική όμως ανευθυνότητα της πρότασης βρίσκεται στην «παγιοποίηση» της απλής αναλογικής μέσω του Συντάγματος. Τα εκλογικά συστήματα συνιστούν μεθόδους για προσαρμογή των πολιτικών συσχετισμών στα μεταβαλλόμενα δεδομένα της πραγματικότητας. Πρέπει να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής τους, ώστε να μη λειτουργούν ως θεσμική τροχοπέδη στις πολιτικές εξελίξεις. Η επιμονή της κυβέρνησης για «κλείδωμα» του εκλογικού νόμου στο Σύνταγμα είναι, συνεπώς, θεσμικά ύποπτη.

Η «συνταγματική σοφία» της Ν.Δ. Η περίπτωση να καταστεί, κατόπιν συμφωνίας και της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης, αναθεωρήσιμο το σύνολο ουσιαστικά των συνταγματικών διατάξεων μόνον με 151 ψήφους από την επόμενη Βουλή είναι επικίνδυνη. Η ορθή εφαρμογή των περί αναθεώρησης διατάξεων –ιδίως όταν στην εξουσία βρίσκεται κυβέρνηση που δεν διακρίνεται για προσήλωση στο κράτος δικαίου– επιτάσσει οι προς αναθεώρηση διατάξεις να «αποστέλλονται» από την πρώτη Βουλή στη δεύτερη με λιγότερες από 180 ψήφους, ώστε να απαιτείται εκεί αυτή η «πλειοψηφία προστασίας». Η κρίσιμη θεσμικά «στιγμή» είναι εκείνη της διαμόρφωσης του περιεχομένου μιας διάταξης και όχι της επιλογής να αναθεωρηθεί.

Εάν, αντίθετα, διαμορφώνονταν οι νέες διατάξεις με 151 ψήφους, Σύνταγμα της Ελλάδας θα ήταν η βούληση του επόμενου πρωθυπουργού ή της επόμενης κυβέρνησης – όποιοι και να ήταν αυτοί. Εξέλιξη ανεπιθύμητη για σειρά λόγων: Γιατί οι συνταγματικές διαρρυθμίσεις δεν πρέπει να ταυτίζονται με ένα πρόσωπο ή κόμμα. Γιατί δεν απαιτούνται μόνον η στιγμιαία πολιτική συναίνεση ως αποτέλεσμα των εκλογών αλλά και η αποδοχή της αναθεωρητικής κατεύθυνσης με αντοχή στον χρόνο. Και, στη σημερινή συγκυρία, γιατί η επικινδυνότητα των προτάσεων του κυβερνώντος κόμματος απαιτεί ενεργοποίηση θεσμικών αντιβάρων και, άρα, μη διακινδύνευση της έστω μικρής πιθανότητας να τις ψηφίσει μόνη της η σημερινή πλειοψηφία, εφόσον ξανακερδίσει.

Επειδή όμως ορισμένες πολιτικές επιπολαιότητες διαπράττονται ομόφωνα (περίπτωση γενικού κοινοβουλευτικού ενθουσιασμού για τη Μικρασιατική εκστρατεία), ένα κοινό σημείο των συνταγματικών προτάσεων κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης οφείλει επίσης να μας προβληματίσει.

Η κοινή «συνταγματική σοφία» ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. Οι συνταγματικές προτάσεις των δύο κομμάτων συμπίπτουν στην ανάγκη να μεταφέρεται στον λαό η ευθύνη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, εφόσον αποδειχθεί ατελέσφορη η προσπάθεια να αναδειχθεί αυτός από το Κοινοβούλιο. Τι θα σήμαινε αυτό;

Πρώτον, πως θα υπήρχαν δύο ειδών Πρόεδροι, οι άμεσα και οι έμμεσα εκλεγόμενοι, κάτι που θα θόλωνε τη λειτουργία του πολιτεύματος. Δεύτερον, στις περιπτώσεις ύπαρξης Προέδρου λαϊκής εκλογής, θα υπήρχαν δύο εξίσου νομιμοποιημένα κέντρα πολιτικής ισχύος –η κυβέρνηση και ο Πρόεδρος– με πιθανότατη μια σύγκρουσή τους. Τρίτον, θα επερχόταν διαστροφή της ουσίας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που απαιτεί ο αρχηγός του κράτους να λειτουργεί ως ουδέτερος θεσμικός εξισορροπιστής και όχι ως εκλεγμένος φορέας πολιτικού προγράμματος. Τέλος, απευθείας εκλογή του Προέδρου δεν μπορεί παρά να συνδεθεί και με συζήτηση για αλλαγή της φύσης του πολιτεύματος, συζήτηση κατά τη γνώμη μας μη παραγωγική σήμερα.

Η συνταγματική αναθεώρηση του 2001 –η τελευταία σοβαρή– είχε ορισμένες αδυναμίες: υπερβολικά λεπτομερειακή, δεν βελτίωσε τη δικαστική ανεξαρτησία (ιδιαίτερα προβληματικός ο θεσμός του λεγόμενου «Μισθοδικείου»), δεν ρύθμισε το θέμα της παραγραφής ή του ακαταδίωκτου των αδικημάτων των πολιτικών, δεν δημιούργησε Συνταγματικό Δικαστήριο που είναι πια αναγκαίο για λόγους ασφάλειας δικαίου, δεν απάλλαξε τα κρίσιμα άρθρα 28 (για τις διεθνείς συμβάσεις) και 110 (για την αναθεώρηση) από αμφισημίες. Υπήρξε, ωστόσο, μια άξια του ονόματος και της σημασίας της αναθεώρηση: Εκσυγχρόνισε τον τομέα των δικαιωμάτων. Διατήρησε την εσωτερική συνοχή του κοινοβουλευτικού συστήματος. Προφύλαξε την ανάγκη διαχρονικής συναίνεσης για την ολοκλήρωση της αναθεωρητικής διαδικασίας. Αφαίρεσε από τους κυβερνώντες τη δυνατότητα να διαμορφώνουν ευνοϊκή για τους ίδιους εκλογική νομοθεσία.

Κάθε νέα αναθεωρητική πρωτοβουλία χρειάζεται γνώση, περίσκεψη και κυρίως αυτοσυγκράτηση. Διαφορετικά καλύτερα να μην επιδιωχθούν τυχοδιωκτικά εγχειρήματα.

* Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ο κ. Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος, πρ. ευρωβουλευτής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ