ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Γλυκιά μου μελιτζάνα

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΩΧΟ

Φωτογραφία: Έφη Παρούτσα

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΠΟΨΗ

Νοικοκυρά, λάικα, κοσμική ή τουριστοξένουρη, η μελιτζάνα πάντα έχει κάτι για να την απολαύσεις, καλοκαίρι και χειμώνα.

Μέλι μέλι μελιτζάνες...», διαλαλούσε ο μανάβης στις γειτονιές της Αθήνας και είχε στα καφάσια του λίγες μελιτζάνες αργείτικες, μπάμιες από το Μπογιάτι, ντομάτες από το Μενίδι, αμπελοφάσουλα, κολοκυθάκια, πατάτες, κρεμμύδια, μαϊντανό και ραδίκια ιταλικά από τα περιβόλια του Ταύρου και του Ρέντη.

Απ’ όλα όμως τα ζαρζαβατικά του καλοκαιρινού τραπεζιού, η μελιτζάνα είναι, νομίζω, η πιο παθιασμένη και άστατη. Λεπτή με ανοιχτόχρωμες αποχρώσεις, είτε φλάσκα παχουλή σε χρώμα σκούρο μελιτζανί ή λευκή και μικρούλα, η μελιτζάνα έχει την πίκρα και την αψάδα της, μα και τη γλύκα της όταν υποταχθεί στα κόλπα και την υπομονή του μάγερα. Τον παλιό καιρό έφθανε στην Αθήνα κατά τους θερινούς μήνες από το Αργος, το Λεωνίδιο (η τσακώνικη), τη Σύρο και τη Σαντορίνη· και τον χειμώνα έφερναν μελιτζάνα αιγυπτιακή –όπως και ντομάτα– από τις περιοχές του Νείλου και την Αλεξάνδρεια. Τώρα, υπάρχει όλο το χρόνο σε αφθονία, κυρίως η φλάσκα.

Τη μελιτζάνα, όταν την ορεχτείς και σε παιδέψει με το ξεπίκρισμά της, αλλά και το όσο να μη σου σπάσει δυνατό στίψιμο, μπορείς να την απολαύσεις σε τρόπους πολλούς με την όραση και τη γεύση. Συνταιριασμένη –ανάλογα τον συνδυασμό– με ντομάτα, σκόρδο, κρεμμύδι, μαϊντανό, κιμά και, βεβαίως, πάντα με λάδι της ελιάς, σου δίνει κάθε φορά κάτι από το μυστήριό της. Τόσο όμως, όσο για να την ορεχτείς ξανά σε εκδοχές άλλες και κάθε τόσο να επανέρχεσαι σε όσα σου υποσχέθηκε κάποτε. Έτσι η μελιτζάνα.

Ιμάμ μπαϊλντί ολόκληρη στο φούρνο με κομμάτια κασέρι τοποθετημένα αμέσως μετά το ψήσιμο στη ζεστή σάρκα της, να λιώνουν.

Γιαχνί χοντροκομμένη και περασμένη στο τηγάνι και μετά στην κατσαρόλα με ντομάτα φρέσκια και σκόρδο.

Ψητή, σε φέτες λεπτές με λαδόξιδο, μαϊντανό και σκόρδο.

Τηγανητή σε ελαιόλαδο, σκέτη ή με σάλτσα ντοματόσκορδη πάνω σε μακαρόνι χοντρό με τρύπες.

Με μοσχαράκι κοκκινιστό μαζί της.

Μπουρεκάκι να τυλίγει νωπή μυζήθρα.

Στο φούρνο λεπτοκομμένη με ντομάτα και στο τέλος λίγο φρέσκο πλατύφυλλο βασιλικό.

Παπουτσάκι με κιμά και μπεσαμέλ ή μπελαλίδικο μουσακά. Όλα αυτά τα απολαυστικά μπορεί να γίνει η μελιτζάνα όταν βρει τον μάστορά της.

Την βλέπεις σε πιάτα περίτεχνα της νοικοκυράς ολόλαμπρη στο λάδι, σε καραβάνες λαϊκού μαγέρικου φωτισμένη από λάμπες κατοστάρες, σε πιατέλες σικ μπουφέ, φωτογραφημένη ως moussaka σε κιτσάτες ταμπέλες τουριστικών εστιατορίων. Νοικοκυρά, λάικα, κοσμική ή τουριστοξένουρη, η μελιτζάνα πάντα έχει κάτι για να την απολαύσεις, καλοκαίρι και χειμώνα.

Άλλωστε το θέλει και η ίδια. Γι’ αυτό και όσοι παιδεύτηκαν από αυτήν τραγουδούν ψευδόμενοι: «Τα μελιτζανιά, αχ τα μελιτζανιά / να μην τα ξαναβάλεις πια»...

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ