ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Επανέρχεται, εν μέσω κρίσης στην κτηματαγορά, ο φόρος υπεραξίας ακινήτων

Ο φόρος υπεραξίας επιβάλλεται με συντελεστή 15% στο κέρδος που προκύπτει ανάμεσα στην τιμή κτήσης και στην τιμή πώλησης κάθε ακινήτου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την κτηματαγορά επανέρχεται ο φόρος υπεραξίας επί των ακινήτων. Από τον Ιανουάριο του 2018, σύμφωνα και με τις μνημονιακές δεσμεύσεις, η κυβέρνηση θα πρέπει να επαναφέρει τον φόρο, ο οποίος στην πραγματικότητα ποτέ δεν λειτούργησε και όπως φαίνεται δεν πρόκειται να επιφέρει πρόσθετα έσοδα στο Δημόσιο, καθώς οι τιμές πώλησης των ακινήτων είναι εξαιρετικά δύσκολο να δημιουργήσουν υπεραξία. Μάλιστα, τα δεδομένα των συμβολαιογραφικών πράξεων, όπως προκύπτουν από τα στοιχεία που είναι αναρτημένα στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, δείχνουν ότι χιλιάδες ακίνητα πωλούνται σε εξευτελιστικές τιμές εξαιτίας της αδυναμίας κυρίως των φορολογουμένων να ανταποκριθούν στις φορολογικές τους υποχρεώσεις αλλά και στις δόσεις των στεγαστικών τους δανείων. Αν και η συμφωνία με τους δανειστές προβλέπει την εφαρμογή του φόρου υπεραξίας από το νέο έτος, δεν θα δημιουργούσε έκπληξη η εκ νέου αναστολή τους.

Υπενθυμίζεται ότι ο φόρος υπεραξίας επιβάλλεται με συντελεστή 15% στο κέρδος που προκύπτει ανάμεσα στην τιμή κτήσης και στην τιμή πώλησης κάθε ακινήτου. Επιβαρύνει τον πωλητή, ενώ ο αγοραστής οφείλει φόρο μεταβίβασης 3% επί της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου. Σύμφωνα με τον νόμο, εφόσον ο φορολογούμενος έχει διακρατήσει το ακίνητο που πωλεί για περισσότερα από πέντε έτη, η υπεραξία είναι αφορολόγητη μέχρι του ποσού των 25.000 ευρώ. Επίσης όσοι μεταβιβάσουν ακίνητα τα οποία έχουν στην κατοχή τους προ του 1995 απαλλάσσονται από τον σχετικό φόρο. Εφόσον προκύπτει φόρος, αυτός παρακρατείται από τον συμβολαιογράφο και αποδίδεται εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την υπογραφή του συμβολαίου, η οποία κατατίθεται αποκλειστικά στην τράπεζα έκδοσης της τραπεζικής επιταγής.

Για τον υπολογισμό του φόρου οι τιμές κτήσης και μεταβίβασης είναι αυτές που αναγράφονται στα συμβόλαια, ενώ εάν πρόκειται για ακίνητο το οποίο έχει αποκτηθεί από κληρονομιά, η τιμή κτήσης υπολογίζεται με βάση τον φόρο κληρονομιάς που είχε καταβληθεί (το ίδιο και για τις δωρεές-γονικές παροχές).

Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προκύψει με βάση δημόσια έγγραφα (όπως π.χ. αυτεπιστασία ή αντιπαροχή), υπολογίζεται με βάση έναν μαθηματικό τύπο λαμβάνοντας υπ’ όψιν τον πληθωρισμό των ετών που έχουν μεσολαβήσει ανάμεσα στην απόκτηση και στην πώληση.

Για την επιβολή του φόρου, ο φορολογούμενος που μεταβιβάζει ακίνητη περιουσία υποχρεούται, πριν από τη σύνταξη του συμβολαίου, να δηλώνει το σύνολο των στοιχείων που αφορούν τον προσδιορισμό του φόρου υπεραξίας στον συμβολαιογράφο. Η δήλωση περιλαμβάνει τα στοιχεία του πωλητή, του συμβολαιογράφου που καταρτίζει τη συμβολαιογραφική πράξη και θα διενεργήσει την παρακράτηση και την απόδοση του φόρου, τα στοιχεία του αγοραστή ή των αγοραστών, τον χρόνο και την αξία κτήσης και μεταβίβασης, το είδος της ακίνητης περιουσίας ή των ιδανικών μεριδίων αυτής ή του εμπράγματου δικαιώματος, τα έτη διακράτησης, τους συντελεστές και τον υπολογισμό του φόρου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ