ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι αποδόσεις εταιρικών ομολόγων έλκουν τους καταθέτες

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ, ΑΝΕΣΤΗΣ ΝΤΟΚΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ελκυστική για τους αποταμιευτές σε μια περίοδο μηδαμινών αποδόσεων στις τραπεζικές καταθέσεις, αλλά και έλλειψης επενδυτικών επιλογών λόγω capital controls, αναδεικνύεται η εγχώρια αγορά εταιρικών ομολόγων, που κλείνει φέτος το καλοκαίρι ένα χρόνο λειτουργίας. Το πλεονέκτημα αυτής της αγοράς δεν είναι η ρευστότητα, αφού οι αγοραπωλησίες είναι ελάχιστες, αλλά το υψηλό τοκομερίδιο. Επίσης, μια έκδοση ελληνικής εταιρείας στο εξωτερικό, όσο και αν η επιχείρηση έχει μικρή έκθεση στην Ελλάδα, εξακολουθεί να τιμολογείται με υψηλά επιτόκια. Την ώρα που στην Ελλάδα οι καταθέσεις των Ελλήνων δεν έχουν διέξοδο σε επενδύσεις στο εξωτερικό και η αγορά μετοχών εμφανίζει έντονες διακυμάνσεις, αποδόσεις από 3% έως 4,5% που προσφέρουν τα εταιρικά ομόλογα που ήδη διακινούνται στη συγκεκριμένη αγορά (π.χ. ΙΚΕΑ, Sunlight, ΟΠΑΠ, Tέρνα Ενεργειακή, Μυτιληναίος) είναι κάτι παραπάνω από ελκυστικές παρουσιάζοντας συγχρόνως έναν λελογισμένο κίνδυνο, αφού οι εκδότες είναι υγιείς επιχειρήσεις.

Ηδη η χρηματιστηριακή αγορά είναι έτοιμη τον Σεπτέμβριο να υποδεχθεί και τα δύο πρώτα εταιρικά ομόλογα μεγάλων ελληνικών εφοπλιστικών ομίλων με παρουσία στη Νέα Υόρκη. Πρόκειται για τους εφοπλιστικούς ομίλους Κωνσταντακόπουλου (Costa Mare) και Λιβανού. Σύμφωνα με στοιχεία από τις τράπεζες, ο κύριος όγκος των κεφαλαίων που τοποθετούνται σε εταιρικές ομολογιακές εκδόσεις από μικροεπενδυτές - πελάτες των τραπεζών προέρχεται από τις καταθέσεις. Συγκεκριμένα, το 70% των ποσών που επενδύονται σε ελληνικά εταιρικά ομόλογα αυτής της κατηγορίας είναι κεφάλαια που μεταφέρονται από τις καταθέσεις που τηρούν στις τράπεζες, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό της τάξης του 20% είναι από χρήματα που βγαίνουν από θυρίδες ή μετρητά που διακινούνται εκτός τραπεζικού συστήματος. Πολύ μικρότερο, και συγκεκριμένα κοντά στο 10%, είναι το ποσοστό των χρημάτων που επενδύονται σε εταιρικές εκδόσεις και το οποίο προέρχεται από χρήματα του εξωτερικού. Πρόκειται για το νέο χρήμα που μπορεί να εισαχθεί στη χώρα για να επενδυθεί ή να κατατεθεί στις τράπεζες και το οποίο, παρά το γεγονός ότι έχει δικαίωμα επανεξαγωγής, χωρίς περιορισμό, παραμένει διστακτικό λόγω της αβεβαιότητας που συντηρείται στην οικονομία.

Βασική αιτία που στρέφει τους καταθέτες στις ομολογιακές εκδόσεις είναι η χαμηλή απόδοση των προθεσμιακών καταθέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μέσο επιτόκιο στις προθεσμιακές καταθέσεις έχει υποχωρήσει στο 0,5% περίπου, ακόμα και για μεγάλα ποσά, τη στιγμή που το μέσο επιτόκιο των εταιρικών ομολόγων είναι μεταξύ 3% - 4%. Η κατηγορία των επενδυτών αυτής της κατηγορίας είναι μικροεπενδυτές και το μέσο ποσό τοποθέτησης είναι μεταξύ 20.000 - 30.000 ευρώ. Ετσι παρά το γεγονός ότι φεύγει από προθεσμιακές καταθέσεις για να τοποθετηθεί σε εταιρικά ομόλογα, έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς δεν επιζητεί μόνο την ασφάλεια των χρημάτων. Οπως εξηγούν τραπεζικά στελέχη, πρόκειται για συνειδητοποιημένη κατηγορία μικροεπενδυτών που γνωρίζει ότι το κεφάλαιο το «εγγυάται» ο εκδότης και τοποθετείται γιατί πιστεύει στις προοπτικές της επιχείρησης. Παράλληλα, είναι σε θέση να γνωρίζει και τους κινδύνους της επένδυσής του, αφού πρόκειται για διαπραγματεύσιμο τίτλο στη δευτερογενή αγορά, που υπόκειται στις αβεβαιότητες των επιχειρηματικών επιλογών της συγκεκριμένης επιχείρησης ή της οικονομίας γενικότερα. Σημειώνεται ότι οι προθεσμιακές καταθέσεις που τηρούνται στις τράπεζες από τα νοικοκυριά με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για τον Ιούνιο, έχουν περιοριστεί το τελευταίο διάστημα στα 39,8 δισ. ευρώ από 40,2 δισ. ευρώ στο τέλος του 2016 και 41,3 δισ. ευρώ τον αντίστοιχο περυσινό μήνα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ