ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Hρθε στην Ελλάδα πριν από 40 χρόνια για να εργαστεί ως καθηγήτρια αγγλικών, ερωτεύτηκε τα βουνά και παρέα με τον Τζορτζ, ταξίδεψε μακριά από τον πολιτισμό, σε δάση, φαράγγια, κοιλάδες και πλαγιές, από τη Ροδόπη μέχρι τον Ταΰγετο. Λεπτομέρεια: Ο Τζορτζ είναι ένα πανέμορφο καφέ άλογο, το μοναδικό μέσο με το οποίο η Penny Turner διήνυσε συνολικά 8.000 χλμ. ταξιδεύοντας στην άγρια φύση της Ελλάδας, σε μια διάρκεια 11 ετών. Η βραβευμένη από το BBC (Wildlife Nature Writer 2013) συγγραφέας και ποιήτρια, που τα τελευταία χρόνια ζει στην Πολωνία, μας μίλησε για τις περιπλανήσεις της και την «ιστορία αγάπης», όπως χαρακτηρίζει το βιβλίο της, «Lost in the Wilds of Greece», που εκδόθηκε πριν από λίγο καιρό (Εκδόσεις: Lycabettus Press, γλώσσα: αγγλικά).

Ταξιδιώτης με άλογο είναι μια εικόνα που βλέπεις μόνο σε ταινίες εποχής. Πώς σας ήρθε η ιδέα;

Ιππεύω όλη μου τη ζωή. Για εμένα το άλογο είναι ο καλύτερος τρόπος να ταξιδεύεις, γιατί δεν εισβάλλει στη φύση, είναι μέρος της. Αγόρασα τον Τζορτζ στην Κέρκυρα, όπου προοριζόταν για άλογο άμαξας. Εγώ ήθελα να το ιππεύω ή να περπατάω πλάι του. Μόνο έτσι θα μπορούσα να αφήσω πίσω τους μεγάλους δρόμους, να στρίψω στα κακοτράχαλα μονοπάτια και τελικά να ξεφύγω από τον πολιτισμό. Αυτός ήταν ο σκοπός των ταξιδιών μου.

Έχετε επισκεφτεί πολλές περιοχές της Ελλάδας, τι σας γοήτευσε στα βουνά της;

Η λέξη «γοητεία» δεν ταιριάζει στα ελληνικά βουνά. Δεν είναι γοητευτικά. Είναι άγρια, μεγαλειώδη, επιβλητικά. Έχω ερωτική σχέση μαζί τους, είναι η μεγάλη αγάπη της ζωής μου. Η έλξη που μου άσκησαν ήταν τόσο ισχυρή, που δεν μπορούσα να αντισταθώ και έτσι θέλησα να τα εξερευνήσω. Σε 11 χρόνια έκανα οκτώ ταξίδια, διάρκειας ενός μήνα το καθένα, και δύο τρίμηνα ταξίδια. Έχω ταξιδέψει από το Τυχερό στον Έβρο ως τη Θεσσαλονίκη μέσω της οροσειράς της Ροδόπης, έχω διασχίσει τον Κομψάτο ποταμό, το όρος Φαλακρό, το δάσος του Λαϊλιά Σερρών. Με αφετηρία την Κατερίνη ανέβηκα στον Όλυμπο, στον γειτονικό του, Τίταρο, στην Όσσα, στα βουνά της Πίνδου, στον Γράμο, στο Καϊμάκτσαλαν, στο Βέρμιο, τις Πρέσπες, τον Χορτιάτη, στο δάσος του Χολομόντα, στη λίμνη Κορώνεια και τη Βόλβη, στον Πηνειό. Επίσης έκανα δύο τρίμηνα ταξίδια με αφετηρία τη Μάνη. Ξεκινώντας από το νοτιότερο σημείο της Ελλάδας, έφτασα στην Κατερίνη διανύοντας 2.000 χλμ., περνώντας από 24 βουνά. Όλη την Ελλάδα γύρισα. Από τον νότο στον βορρά, από τη δύση στην ανατολή. Επισκέφτηκα τους μεγαλύτερους υγροβιότοπους και τα παρθένα δάση, ακολούθησα χωμάτινες διαδρομές και μονοπάτια και απέφυγα όσο μπορούσα την άσφαλτο. Έψαχνα τα απομονωμένα μέρη, ήθελα να γνωρίσω τη φιλοσοφία των κατοίκων, να ακούσω τις ιστορίες τους, να μάθω πώς είναι να ζεις εκεί. Απέφυγα τα μεγαλύτερα χωριά και τις πόλεις και επέλεγα να μην ταξιδεύω χειμώνα και καλοκαίρι, γιατί εκείνες τις περιόδους δεν υπάρχει αρκετό χορτάρι για να τραφεί το άλογο.

Πώς σχεδιάζατε κάθε ταξίδι; Κάνατε έρευνα πριν;

Έκανα επίτηδες όσο το δυνατόν λιγότερο προγραμματισμό, γιατί θεωρώ ότι όταν τα έχεις προσχεδιάσει όλα και ξέρεις πού θα πας και τι θα δεις, το μυαλό σου δεν είναι ανοιχτό στα απρόσμενα θαύματα. Πρέπει να εμπιστεύεσαι τα βουνά, αν θέλεις κι εκείνα να μοιραστούν μαζί σου το μεγαλείο τους κι όχι να τα πλησιάζεις με φόβο, αλλά με πίστη ότι εκείνα θα φροντίσουν για σένα. Είναι σημαντικό να χαθείς στη φύση, γιατί έτσι μόνο αντιλαμβάνεσαι τι πραγματικά έχει σημασία στη ζωή.

Διανυκτερεύατε σε ξενώνες; Τι τρώγατε;

Ποτέ δεν κοιμάμαι σε ξενώνες όταν ταξιδεύω. Είναι ζήτημα αν σε αυτά τα 11 χρόνια έμεινα πάνω από τέσσερις φορές. Δεν ήθελα να αφήσω την άγρια φύση και επιπλέον δεν μπορούσα να αντεπεξέλθω οικονομικά. Κοιμήθηκα σε ξενοδοχείο όταν συμπλήρωσα 1.000 μίλια στο δρόμο, έτσι, για να το γιορτάσω! Στα περισσότερα ταξίδια μου είχα έναν υπνόσακο με προστατευτικό κάλυμμα. Όλα έπρεπε να είναι απίστευτα ελαφριά, διαφορετικά ο Τζορτζ δεν μπορούσε να τα κουβαλήσει. Ακόμα και οι προμήθειες του φαγητού επαρκούσαν για περίπου ένα τριήμερο. Έτσι έπρεπε να περνάμε συχνά από κάποιο χωριό. Ο Τζορτζ έτρωγε χορτάρι, αλλά και κριθάρι ή καλαμπόκι που του αγόραζα καθημερινά περνώντας από τα μαντριά των βοσκών.

Μια αξέχαστη εμπειρία που θα θέλατε να μοιραστείτε από αυτά τα χρόνια;

Κοντά στην κωμόπολη Ίασμος, στην κοιλάδα του ποταμού Κομψάτου στη Θράκη, πέρασα τέσσερις από τις καλύτερες μέρες της ζωής μου. Χαμένη. Χωρίς σήμα. Οι προμήθειές μου είχαν εξαντληθεί, όμως δε νοιαζόμουν, γιατί ήταν τεράστια η ψυχική ικανοποίηση που μου προσέφερε το τοπίο. Ο Τζορτζ ήταν χαρούμενος και χορτάτος. Είδα λιβάδια με παιωνίες σε δάση τεράστια και τόσο υπέροχα, που αισθάνθηκα μαγεμένη από την ομορφιά τους. Γνώρισα βοσκούς που δεν μιλούν ελληνικά, χωρίς να μπορώ να αναγνωρίσω τη γλώσσα τους. Ανακάλυψα χωριά που δεν υπήρχαν στο χάρτη ή είχαν διαφορετική ονομασία από τη σημερινή. Σε μια προσπάθεια να αποφύγω την κατεύθυνση προς το βορρά, όπου βρίσκονται τα σύνορα με τη Βουλγαρία, παγιδεύτηκα στα βαθιά φαράγγια του ποταμού Κομψάτου και στους αχαρτογράφητους παραπόταμούς του και δεν είχα καμία επιλογή παρά να ακολουθήσω την κοίτη τους. Ήταν η πρώτη φορά που χανόμουν για τόσο μεγάλο διάστημα και είχα ένα σφίξιμο στο στομάχι, αλλά την ίδια στιγμή ήμουν χαρούμενη. Συχνά ήμουν αναγκασμένη να διασχίζω τα νερά που ήταν άγρια και έτρεχαν ανάμεσα από βράχους. Κάποια στιγμή θεώρησα ότι είναι αδύνατο για το άλογο να περάσει το ποτάμι επιφορτισμένο με το δικό μου βάρος. Επιχείρησα λοιπόν να περάσω πεζή, κουβαλώντας ένα βαρύ σακίδιο και φυσικά γλίστρησα. Και εκεί πάνω που νόμιζα ότι θα πνιγώ, ο Τζορτζ στάθηκε βράχος δίπλα μου, πιάστηκα από το ένα μπροστινό του πόδι, κατάφερα να λύσω τη ζώνη του σακιδίου από τη μέση μου και τελικά να βγω από το νερό. Από τότε δέθηκα βαθιά με το άλογο.

Συναντήσατε άλλες δυσκολίες; Ποια ήταν η μεγαλύτερη ανταμοιβή;

Μια από τις δύσκολες στιγμές ήταν όταν αναγκάστηκα να ταξιδέψω σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, γιατί δεν μπορούσα να βρω τη χωμάτινη διαδρομή. Είχε κίνηση και ήταν απίστευτα επικίνδυνο, ειδικά όταν σκοτείνιαζε. Στα ταξίδια μου δε φοβήθηκα τα βουνά, μόνο τους μεγάλους κεντρικούς δρόμους. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή ήταν η αίσθηση ελευθερίας που ένιωθα συχνά και δεν κατάφερα να αποκτήσω με κανέναν άλλο τρόπο. Λόγω όσων ανακάλυψα και μοιράστηκα ταξιδεύοντας μόνη με ένα άλογο, έγινα επίτιμο μέλος (fellow) της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας (Royal Geographical Society) και της Διεθνούς Ένωσης Εξερευνητών Ιππασίας, Long Rider's Guild, και απέσπασα το βραβείο του «συντηρητή» από τη σκοτσέζικη φιλανθρωπική εταιρεία John Muir Trust για την προστασία της άγριας ζωής. Μου απονεμήθηκε λόγω της δουλειάς που έκανα, επισημαίνοντας τις αλλαγές που υπέστη το ελληνικό περιβάλλον σε διάστημα έξι ετών, μέσα στο οποίο είχα πραγματοποιήσει δύο τρίμηνα ταξίδια στη Μάνη ακολουθώντας περίπου στην ίδια διαδρομή.

Τι έχει να προσφέρει η πολυετής ταξιδιωτική εμπειρία σας στον αναγνώστη του βιβλίου σας; Ποιους θα θέλατε να εμπνεύσετε;

Το βιβλίο είναι ένα χρονικό των ταξιδιών μου στην Ελλάδα. Το έγραψα επειδή μεγάλο μέρος της βιοποικιλότητας και της ομορφιάς που είδα, χάνεται. Σκέφτηκα λοιπόν ότι αν οι άνθρωποι γνωρίζουν τι υπάρχει στη φύση, μπορεί να νιώσουν την ανάγκη να την προστατεύσουν και να σταματήσουν τον αφανισμό της. Γιατί αυτό που δεν γνωρίζεις δεν μπορείς να το αγαπήσεις. Προστατεύεις μόνο όσα αγαπάς. Δεν νομίζω ότι ήθελα να εμπνεύσω κανέναν. Ήθελα απλώς να τους μεταφέρω εικόνες και εμπειρίες από όλα τα υπέροχα πράγματα που βρίσκονται στη φύση, ελπίζοντας ότι θα νοιαστούν γι’ αυτή.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ