ΜΟΥΣΙΚΗ

Ρίχαρντ Βάγκνερ, ο μάγος του Μπαϊρόιτ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΑΚΗΣ*

Ο θεατής, κρατώντας το πολυπόθητο εισιτήριο (χρόνος αναμονής περίπου 6 χρόνια!), μπαίνει σε ένα εντυπωσιακό θέατρο, με ημικυκλική διάταξη που παραπέμπει (όχι τυχαία) στην Επίδαυρο.

«Το λεωφορείο του ξενοδοχείου αναχωρεί για την Οπερα του Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ στις τρεις παρά τέταρτο και επιστρέφει περίπου στις δέκα και μισή το βράδυ», μας πληροφορεί η ευγενέστατη κυρία στην υποδοχή του ξενοδοχείου στο κέντρο του Μπαϊρόιτ, μιας μικρής γραφικής πόλης, 233 χιλιόμετρα βόρεια του Μονάχου. Ακούγοντας τα παραπάνω, συνειδητοποιεί κάποιος ότι η μετάβαση και η παραμονή στον χώρο της Οπερας (Bayreuth Festspielhaus) που ολοκλήρωσε ο Ρίχαρντ Βάγκνερ το 1876 στις παρυφές της πόλης («πράσινος λόφος»), αγγίζει σε διάρκεια σχεδόν μια ολόκληρη εργάσιμη ημέρα! Ε, δεν ακούγεται και πολύ συνηθισμένο, αλλά, εδώ που τα λέμε, τι είναι συνηθισμένο στη ζωή και το έργο ενός μέγιστου καλλιτέχνη, ενός από τους τιτάνες της μουσικής και του δράματος όλων των εποχών και μιας από τις μεγαλύτερες (και πλέον αμφιλεγόμενες) ιδιοφυΐες στην ιστορία του ευρωπαϊκού πνεύματος;

Κοινότοπο μεν, αλλά απολύτως αληθές: το να παρακολουθήσεις μια όπερα του Βάγκνερ στον συγκεκριμένο χώρο είναι μια μοναδική μουσική εμπειρία. Ο θεατής κρατώντας το πολυπόθητο εισιτήριο στο χέρι (χρόνος αναμονής περίπου 6 χρόνια!), μπαίνει σε ένα μεγάλο και εντυπωσιακό θέατρο 1.925 θέσεων, με ημικυκλική διάταξη που παραπέμπει (όχι τυχαία) στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Τα στοιχεία της κατασκευής (από τις κερκίδες και τις σκάλες μέχρι τα πραγματικά άβολα πτυσσόμενα καθίσματα) είναι ξύλινα, δημιουργώντας το απόλυτο «ηχείο» για την ορχήστρα και τους τραγουδιστές. Ομως τα φώτα σβήνουν και η μαγεία ξεκινάει από τα... έγκατα της σκηνής, εκεί όπου η αθέατη από το κοινό (σύμφωνα με τη βούληση του συνθέτη) ορχήστρα ξεκινάει να παίζει. Στις 25 Ιουλίου 2017 στην καρέκλα του μαέστρου βρίσκεται ο διάσημος αρχιμουσικός Κρίστιαν Τίλεμαν και στον αέρα ακούγονται οι πρώτες νότες από την εμβληματική όπερα «Τριστάνος και Ιζόλδη». Ο συνδυασμός της εκπληκτικής ακουστικής του χώρου με την υψηλή ποιότητα όλων των ερμηνευτών που ανταποκρίνονται με άνεση στις (υπεράνθρωπες) απαιτήσεις της σύνθετης παρτιτούρας, παράγει ένα σχεδόν τέλειο ηχητικό αποτέλεσμα που απλά δεν περιγράφεται...

Ανάμεσα στις τρεις πράξεις του έργου γίνονται διαλείμματα διάρκειας μιας ώρας, όπου τα πάντα είναι άψογα οργανωμένα: μπορεί κάποιος να φάει, να πιει, να περιηγηθεί ήρεμα και χαλαρά στους φροντισμένους εξωτερικούς χώρους της Οπερας. Ενα είναι σίγουρο: οι περισσότεροι δεν βρίσκονται τυχαία (ή για κοσμικούς λόγους) στο Μπαϊρόιτ. Πρόκειται για κοινό που κατά κανόνα έχει σοβαρή μουσική παιδεία και που καταλαβαίνει τι βλέπει και τι ακούει. Ενα κοινό που αποθεώνει (με μεσογειακό ταμπεραμέντο) στο φινάλε όλους τους μουσικούς και από την άλλη δεν διστάζει να υποδεχτεί με γιουχαΐσματα τη δισεγγονή του συνθέτη Καταρίνα Βάγκνερ, υπεύθυνη για τη μάλλον αμήχανη σκηνοθεσία του έργου που μόλις παρακολουθήσαμε.

Μια ολοκληρωμένη εμπειρία είναι ελλιπής, αν δεν περιλαμβάνει επίσκεψη και στην κατοικία του Βάγκνερ, την περίφημη Villa Wahnfried κοντά στο κέντρο του Μπαϊρόιτ. Πρόκειται για ένα κτίριο που αποκαταστάθηκε και εκσυγχρονίστηκε πλήρως το 2015 και χρησιμοποιείται σαν μουσείο. Την ίδια χρονιά ολοκληρώθηκε δυτικά η κατασκευή ενός ανεξάρτητου (και υπέρκομψου) ισογείου κτίσματος, το οποίο περιλαμβάνει τους εκθεσιακούς χώρους που σχετίζονται με το φεστιβάλ και την οικογένεια Βάγκνερ (ένα πραγματικό «σοκ και δέος» από μακέτες, κοστούμια, φωτογραφίες όλων των διευθυντών ορχήστρας από την ίδρυση του φεστιβάλ το 1876 έως σήμερα κ.λπ.). Στην ανατολική πλευρά συναντάμε τη μικρή κατοικία του υιού Ζίγκφριντ Βάγκνερ (και της διαβόητης –ελέω ναζιστικής υποστήριξης– συζύγου του, Γουίνιφρεντ) που έχει μετατραπεί σε χώρο μουσείου-ιστορικού αρχείου. Τέλος το σύμπλεγμα συμπληρώνεται στη νότια πλευρά από τον μάλλον λιτό τάφο του συνθέτη.

Περπατώντας στο Μπαϊρόιτ, αλλά και κατά τη διάρκεια των παραστάσεων, ο επισκέπτης έχει μια περίεργη αίσθηση: ότι ο συνθέτης είναι εκεί και παρακολουθεί τα πάντα. Και τώρα που το ξανασκέφτομαι, όλα μπορεί να τα περιμένει κάποιος από μια τέτοια έντονα χαρισματική, πληθωρική προσωπικότητα, ικανή για το καλύτερο αλλά και για το χειρότερο, από έναν καλλιτέχνη που άλλαξε ουσιαστικά την πορεία της μουσικής το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και τέλος από έναν άνθρωπο που 134 χρόνια μετά τον θάνατό του δημιουργεί συναισθήματα έντονης (σχεδόν οπαδικής) λατρείας, αλλά και ισχυρής απέχθειας. Το όνομά του είναι Ρίχαρντ Βάγκνερ και είναι ο μάγος του Μπαϊρόιτ.

* Ο κ. Παναγιώτης Παναγάκης είναι διευθυντής του Κέντρου Πολιτισμού, Ερευνας και Τεκμηρίωσης της Τράπεζας της Ελλάδος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ