ΔΗΜΗΤΡΗΣ Χ. ΠΑΞΙΝΟΣ*

Υποστείλαμε τις αρετές μας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κάθε εφτά χρόνια άλλαζα περιβάλλον, λόγω των μεταθέσεων του δασκάλου ή δημοδιδασκάλου, όπως αναφερόταν στο πτυχίο του πατέρα μου. Απ’ το χωριό στην πόλη κι από την πόλη στη μεγάλη πόλη, την πρωτεύουσα. Εντυπωσιακές οι μεταβολές, οι αλλαγές στη ζωή μας, με την προσδοκία για κάτι καλύτερο, ένα καλύτερο μέλλον. Φώτα, πολλά φώτα, παντού ανελκυστήρες σε κτίρια, φανάρια με τον «Σταμάτη» και τον «Γρηγόρη» να αλληλοχαιρετιέσαι, το γήπεδο του Παναθηναϊκού, νέες γνωριμίες, νέο σχολείο με τους καθηγητές και συμμαθητές και η προσπάθεια προσαρμογής στο νέο περιβάλλον, πότε φιλόξενο, πότε αφιλόξενο, με τους δικούς του κανόνες, με τον δικό του τρόπο ζωής. Με τη χαρά, όμως, πάντοτε της δημιουργίας, της συμμετοχής στα κοινά, του ανοίγματος νέων οριζόντων σ’ έναν πολυπληθή κόσμο που κι αυτός έψαχνε τις ευκαιρίες του, μ’ έναν τρόπο, όμως, που δεν έμοιαζε άνισος, αφού δεν ήμασταν λίγοι εκείνοι που ξεκινήσαμε από την ίδια περίπου αφετηρία, με στόχο να πετύχουμε σε μια σχολή και να μπορέσουμε να επιβιώσουμε αξιοπρεπώς. Γνωρίζαμε περίπου πού βαδίζαμε. Δεν πετάγαμε στα ύψη και αν ξεφεύγαμε, ο τρόπος ανατροφής και εκπαίδευσης, στο σπίτι, στο σχολείο, μας επανέφερε στην πραγματικότητα.

Ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν επέτρεπε παρέκκλιση. Επρεπε να μένει κάτι στην άκρη για τις δύσκολες ώρες. Ετσι, καθετί επιπλέον, που προστίθεται ως δώρο, το απολαμβάναμε και το χαιρόμασταν ιδιαίτερα, ιδίως αν επρόκειτο για μπάλα μαζί με τους φίλους μας.

Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά του τότε με το σήμερα. Οι σχέσεις φιλίας, συντροφικότητας, αλληλεγγύης που αναπτύσσονταν κάλυπταν με τη ζεστασιά διάφορες ελλείψεις υλικής φύσεως, που εντέλει ποσώς μας ενδιέφεραν. Είχαμε μια αυτάρκεια, ήμασταν ολιγαρκείς, γεμάτοι ορμή και ζωντάνια για κάτι καλύτερο, απροσδιόριστο για κάποιο διάστημα και σταδιακά συστηματοποιημένο, μέσα στην υπό διαμόρφωση ιδεολογία, που σαν κοινό παρονομαστή είχε την αξιοκρατία, την κοινωνική προκοπή, αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την οικονομική.

Δύσκολοι καιροί, μόνο που απέπνεαν ένα κλίμα αισιοδοξίας, ελπίδας, και το σπουδαιότερο, απολαμβάναμε τις μικρές χαρές της ζωής με τις παρέες μας, χαμογελαστοί και έτοιμοι να προσφέρουμε, να αγωνιστούμε για μια καλύτερη κοινωνία, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς τεχνητούς διαχωρισμούς, χωρίς τα κομματικά δεσμά, που ακόμη και τώρα ουκ ολίγοι, από ιδιοτέλεια και μόνο, σπεύδουν να αλυσοδεθούν στα κομματικά άρματα.

Ακόμη και τώρα, που το πλοίο έχει «μπατάρει» και οσονούπω θα βυθιστεί αύτανδρο, οι στρατοί θυμίζουν τους καλόγερους και τους τιτουλάριους του Βυζαντίου, που αντί να πολεμήσουν προτίμησαν τα προνόμιά τους, μέχρι που τα οθωμανικά στρατεύματα κυρίευσαν την Πόλη κι έδωσαν οριστικό τέλος σε προνόμια και αξιώματα.

Μια αναδρομή στο παρελθόν, μια αυτοκριτική που οδηγεί στην αυτογνωσία, ουδόλως βλάπτει. Αντιθέτως, ωφελεί πολύ για να διορθώσουμε τα λάθη μας που ως «μωρές παρθένες» παρασυρμένοι από την απληστία επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά.

Ζώντας στο συνεχές όνειρο και πλάθοντας μύθους για να συνεχίσουμε να ζούμε μ’ αυτούς. Μέχρι που τα όνειρα έγιναν εφιάλτες. Μόνο που και τώρα το «υπερεγώ» εξακολουθεί να υπερίπταται, ενώ θα ’πρεπε να έχει δώσει τη θέση του στον διπλανό του, στον γείτονα, στον φίλο, δηλαδή στη συλλογικότητα, στη συμπαράσταση. Στη χάραξη από κοινού ενός άλλου πλαισίου δράσης, συμμετοχικότητας. Διότι έτσι θα αποφευχθούν τα χειρότερα που έρχονται και μας γυρίζουν εξήντα χρόνια πίσω, μόνο που τότε η μάνα γη μας ανταπέδιδε με ευγνωμοσύνη στο δεκαπλάσιο τη φροντίδα μας στην καλλιέργειά της, στο ετήσιο ξανάνιωμά της, ενώ τώρα, εγκαταλελειμμένη από χρόνια δυσανασχετεί περιμένοντας, όμως, υπομονετικά, όπως και η μάνα, την επιστροφή του ασώτου.

Ρημάξαμε τις πλουτοπαραγωγικές μας πηγές, ρημάξαμε τον μοναδικό πολιτιστικό μας πλούτο. Ρημάξαμε, όμως, και τα ψυχικά μας αποθέματα και μεταβληθήκαμε σε κυνικούς και άρπαγες.

Παραμερίσαμε τις ανθρώπινες αρετές της γενναιοφροσύνης, της ανδρείας, της εκτίμησης και ανάδειξης του καλού, της φιλαλήθειας και κάπως έτσι διαμορφώσαμε τους χαρακτήρες πολλών νεότερων με τρόπο ισοπεδωτικό, επιφανειακό. Τους άρχοντες τους επιλέξαμε με κριτήρια είτε ιδιοτελή είτε ρηχά, αν αναλογιστούμε ότι τα ίδια πρόσωπα κυβερνούν σχεδόν από καταβολής του ελληνικού κράτους.

Πρέπει να αντιστρέψουμε το κλίμα, να αφήσουμε την παθητικότητα, την κατάθλιψη και να αναζητήσουμε τρόπους επαφής με τους δικούς μας ανθρώπους, με τους γείτονες. Να ζωντανέψουμε τη γειτονιά, να βρούμε τρόπους αντίδρασης μέσα από ομάδες. Να δημιουργήσουμε τις δικές μας εικόνες, με χρώματα ζωηρά, χαρωπά. Να δώσουμε και να πάρουμε ενέργεια και τότε μόνο θα είμαστε νικητές, εξυπηρετώντας και αναδεικνύοντας τις αρετές μας, που τις είχαμε υποστείλει, όπως ακριβώς υποστείλαμε τη σημαία μας, την καρδιά μας, την ψυχή μας.

* Πρώην πρόεδρος ΔΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ