Δημήτρης Αθηνάκης ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Ζείδωρη τέχνη

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κάθομαι μόνος στον κήπο νησιωτικού εκθεσιακού χώρου και παρακολουθώ τον κόσμο που μπαινοβγαίνει στο μοντερνιστικό κτίριο, για τα εγκαίνια έκθεσης εικαστικών. Τα εγκαίνια, τις περισσότερες φορές, δεν γίνονται για τις εκθέσεις, γίνονται για τους διοργανωτές και τους συμμετέχοντες. Οι δημόσιες σχέσεις είναι το άλφα και το ωμέγα ακόμη και για εκείνη την τέχνη που προτιμά να τα βάλει με τα «πλήθη» που «δεν καταλαβαίνουν τίποτα». Ακόμη και η πιο αγοραφοβική τέχνη, η πιο ακοινώνητη, η πιο μοναχική στις εσχατιές του δημιουργού της, κάποτε βγαίνει στο εκτυφλωτικό φως της αγοράς.

Κάθε καλοκαίρι, η τέχνη, που τον χειμώνα ανθεί στο χωνευτήρι της Αθήνας, μεταφέρεται στα νησιά – κάθε νησί και έκθεση, κάθε καημός και δάκρυ. Εκεί, άλλωστε, ζει η μεσογειακή ψυχή, στην ελληνική εκδοχή της, με το που το ημερολόγιο δείξει Ιούλιο. Σκοτεινοί και κλειδαμπαρωμένοι, επί τουλάχιστον ένα εξάμηνο, οι εκθεσιακοί χώροι ξαφνικά φρεσκάρονται, ανοίγουν διάπλατα τα παράθυρα να μπει ο αέρας του καλοκαιριού. Οι πόρτες, καθαρές μέχρι γωνίας, γίνονται η γέφυρα που ενώνει τις αθάνατες ελληνικές διακοπές με τη δίψα για τέχνη. Ποιοι περνούν, όμως, το κατώφλι των γκαλερί και των ιδρυμάτων, εκτός από τον αλμυρό βοριά, στην καλύτερη περίπτωση, και τον υγρό νοτιά, στη χειρότερη; Σε ποιο κοινό απευθύνεται μία έκθεση που εμφανίζεται σ’ ένα νησί, στο οποίο, εκτός θέρους, η μόνη τέχνη που συναντάς είναι εκείνη της επιβίωσης;

Την απάντηση μου έδωσε γηραιός κύριος σε νησί της άγονης γραμμής. «Σημασία έχει που έρχεστε και γίνεται όλο και γνωστότερο το νησί. Πού ξέρεις, μπορεί με αυτά που γίνονται στο παλιό σχολείο (σ.σ. που χρησιμοποιήθηκε ως εκθεσιακός χώρος) να μας ακούσει κι εμάς κανένας από την Αθήνα». Μπίνγκο! Ακόμη κι αν οι νησιώτες νιώθουν ότι αυτό που γίνεται, όσο μεγάλο ή μικρό κι αν είναι, δεν μπορούν να το προσεγγίσουν –είτε επειδή δεν έχουν, για οποιονδήποτε λόγο, τη σκευή είτε διότι απλώς δεν τους αφορά–, οι αποβάσεις καλλιτεχνών, επιμελητών και δημοσιογράφων είναι μια επιπλέον ζωή που αποκτούν οι ίδιοι – οικονομική, κοινωνική, αλλά σπάνια καλλιτεχνική, αισθητική. Διότι, κατά κύριο λόγο, οι ντόπιοι αγκαλιάζουν αυτές τις εκθέσεις στον βαθμό που εκείνες τους δίνουν ζωή και τους κάνουν ν’ ακούγονται «στην Αθήνα».

Αυτό που ίσως τους διαφεύγει είναι ότι αυτές οι διοργανώσεις δημιουργούν πρεσβευτές καλής θέλησης στην Ελλάδα, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο· οι καλλιτέχνες, οι επιμελητές και οι δημοσιογράφοι δεν μιλούν, αργότερα, μόνο για το αισθητικό αποτέλεσμα, αλλά αναφέρουν διαρκώς τον τόπο.

Αρκεί, όμως, στον κόσμο της τέχνης το «μεταξύ μας»; Μόλις εμφανίζεται το ερώτημα, στρέφω το βλέμμα μου, πιο επίμονα αυτήν τη φορά, στο μελίσσι των εγκαινίων. Εκεί όπου δεν έχει σημασία πλέον ο αισθητικός ή, μακριά από εμάς, ο διδακτικός λόγος που γίνεται μια έκθεση – φτάνει που έχουμε την τέχνη ως υπήνεμο λιμάνι. Και... όστις θέλει οπίσω της ελθείν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ