ΚΟΣΜΟΣ

Η Συμμαχία αναζητεί νέους ρόλους

ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ*

16 Οκτωβρίου 1967. Οι σημαίες των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ κυματίζουν για πρώτη φορά στο νέο στρατηγείο στις Βρυξέλλες, όπου μεταφέρθηκε μετά την απόφαση Ντε Γκωλ να αποσύρει τη Γαλλία από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Τον Δεκέμβριο του 1967, παράλληλα με την υιοθέτηση του νέου αμυντικού δόγματος της «ευέλικτης ανταπόδοσης», το ΝΑΤΟ απάντησε στην υπαρξιακή κρίση που είχε προκαλέσει η αποχώρηση της Γαλλίας από το στρατιωτικό σκέλος. Τούτο έγινε με την έγκριση από την υπουργική σύνοδο του Βορειοατλαντικού Συμβουλίου της έκθεσης για τους «μελλοντικούς ρόλους της Συμμαχίας», γνωστότερης ως έκθεση Χαρμέλ, από το όνομα του Βέλγου υπουργού Εξωτερικών, ο οποίος έκανε τη σχετική πρόταση και συντόνισε την εκπόνησή της. Συγκεκριμένα, υιοθετήθηκε μια περισσότερο συμμετοχική δομή της Συμμαχίας, ενώ προβλέφθηκαν νέοι ρόλοι της καθώς και μεγαλύτερη ανάμειξή της στις μελλοντικές διαβουλεύσεις με τους Σοβιετικούς.

Η σύγχρονη βιβλιογραφία τονίζει ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία κατάφεραν έτσι να μετατρέψουν την κρίση της γαλλικής αποχώρησης από το στρατιωτικό σκέλος σε μια ευκαιρία για να ενισχυθεί η νομιμοποίηση του ΝΑΤΟ. Βάση της εξέλιξης αυτής ήταν, πάντως, το γεγονός ότι, σε αντίθεση με τις αντιαμερικανικές διαθέσεις του Γάλλου ηγέτη, οι υπόλοιπες δυτικοευρωπαϊκές χώρες θεωρούσαν αναγκαία την αμερικανική ανάμειξη στους συσχετισμούς ισχύος στη Γηραιά Ηπειρο. Με αυτές τις προτεραιότητες και απαντώντας στην γκωλική πρόκληση, ο Πιερ Χαρμέλ πρότεινε την επανεξέταση των ρόλων και της λειτουργίας του ΝΑΤΟ, στην πορεία προς την αναζήτηση της ύφεσης με τους Σοβιετικούς. Η πρόταση, προερχόμενη από μια μικρή ευρωπαϊκή χώρα, έγινε αμέσως αποδεκτή από την κυβέρνηση του Λίντον Τζόνσον, η οποία επιζητούσε ακριβώς την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη έναντι της γκωλικής ανταρσίας.

Ο Πολ-Ανρί Σπάακ και οι διατλαντικές ισορροπίες

Η έκθεση Χαρμέλ προέβαλλε την ταυτόχρονη επιδίωξη της Δύσης για ασφάλεια και για ύφεση με τον σοβιετικό συνασπισμό. Τονιζόταν ρητώς ότι η Συμμαχία θα επιδίωκε και τους δύο στόχους: η αυξημένη ασφάλεια θα καθιστούσε την ύφεση ρεαλιστική επιλογή. Η έκθεση απαρτιζόταν από τέσσερις επιμέρους αναφορές υποομάδων (sub-groups). H πρώτη υποομάδα ασχολήθηκε με τις σχέσεις Ανατολής-Δύσης και απαρτιζόταν από τον ανώτατο Βρετανό διπλωμάτη Τζον Χιου Ανταμ Ουότσον, μετέπειτα πατέρα της Βρετανικής Σχολής της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων, και τον Κλάους Σουτς του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών, συνεπικουρούμενους από ειδικούς όπως ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι, επιφανής αναλυτής του σοβιετικού μπλοκ και μετέπειτα σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τζίμι Κάρτερ και ο Χέλμουτ Σόνενφελντ, μετέπειτα συνεργάτης του Χένρι Κίσινγκερ στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας. Η δεύτερη υποομάδα, υπό τον Βέλγο πρώην υπουργό Εξωτερικών Πολ-Ανρί Σπάακ, ανέλυσε τις διασυμμαχικές σχέσεις. Η τρίτη, υπό τον Αμερικανό υφυπουργό Φόι Κόλερ, ασχολήθηκε με τα αμυντικά ζητήματα. Και η τέταρτη, υπό τον Ολλανδό καθηγητή Κ. Πάτιν, με τα ζητήματα «εκτός περιοχής» (out-of-area), δηλαδή τα προβλήματα του Τρίτου Κόσμου. Εάν το τελευταίο θέμα δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους και το τρίτο αφορούσε το νέο αμυντικό δόγμα, οι δύο πρώτες υποομάδες προέβαλλαν μια φωτισμένη οπτική των διεθνών υποθέσεων.

Οι διασυμμαχικές σχέσεις (sub-group 2) έγιναν αντικείμενο εξέτασης από μια κομβικής σημασίας προσωπικότητα. Ο Σπάακ, ένας από τους «πατέρες της Ευρώπης», πολιτικός που είχε διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στην ίδρυση της ΕΟΚ, πρώην γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, ήταν το ακριβές αντίστροφο του Ντε Γκωλ: εκπροσωπούσε το πολύ μεγαλύτερο τμήμα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης που θεωρούσε την υπερεθνικότητα απαραίτητη, και την ατλαντική σχέση συμβατή και παραπληρωματική με την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Ο Σπάακ τώρα βγήκε μπροστά υπερασπιζόμενος τη δική του εκδοχή της Ευρώπης και της Δύσης. Τόνισε ότι το ΝΑΤΟ είχε μεν επιτύχει να περιορίσει τον άμεσο κίνδυνο από τη Σοβιετική Ενωση, αλλά ο κίνδυνος τούτος δεν ήταν μόνον στρατιωτικός: το ΝΑΤΟ είχε δημιουργηθεί για να υπερασπιστεί και τα εδάφη αλλά και τις αξίες της Δύσης, δηλαδή «την ελευθερία των λαών τους, την κοινή τους κληρονομιά και τους πολιτισμούς τους, βασισμένους στις αρχές της δημοκρατίας, τις ατομικές ελευθερίες και το κράτος δικαίου». Παρά τη μείωση της στρατιωτικής απειλής, οι κίνδυνοι αυτοί δεν είχαν ακόμη εκλείψει. Επομένως, η Συμμαχία όφειλε να ανταποκριθεί στην προοπτική της ύφεσης, αλλά και να φροντίσει να νομιμοποιεί τον εαυτό της και πέραν των στρατιωτικών συσχετισμών: η ενότητα και η συνεργασία ήταν βασικοί μοχλοί της, ενώ μόνον μέσω της Συμμαχίας μπορούσαν οι Ευρωπαίοι να επηρεάσουν τη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής. Κριτικός έναντι των Ευρωπαίων, τόνισε ότι ευθύνονταν οι ίδιοι για την αδυναμία και τη φοβικότητά τους, τις οποίες θα μπορούσαν να υπερβούν μόνον μέσω της δικής τους ενοποίησης. Η Ευρώπη, τόνισε, δεν ήταν μια «μέση λύση» μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ· είχε νόημα μόνον ως οργανικό τμήμα του δυτικού κόσμου. Με σαφήνεια, ο Σπάακ απέρριψε τις προτάσεις του Ντε Γκωλ για τη μείωση της υπερεθνικότητας στην ΕΟΚ, αλλά και για την «απόσυρση» των Αμερικανών από την Ευρώπη.

Οι σχέσεις Ανατολής και Δύσης

Αναλύοντας τις σχέσεις Ανατολής-Δύσης, το ΝΑΤΟ όφειλε ασφαλώς να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν τις δυτικογερμανικές ευαισθησίες (εξ ου και η συμμετοχή υψηλόβαθμου Γερμανού αξιωματούχου στη συντακτική επιτροπή) αλλά και την τάση για εξεύρεση ενός νέου σημείου ισορροπίας μεταξύ των δύο κόσμων. Η πρώτη υποομάδα υπό τους Ουότσον και Σουτς υιοθέτησε πλήρως την προοπτική της ύφεσης με τον ανατολικό συνασπισμό: στόχος του ΝΑΤΟ, τόνισαν, ήταν να αναπτύξει μεθόδους «για την εξάλειψη των αφύσικων εμποδίων μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της διαίρεσης της Γερμανίας». Αυτά όμως προϋπέθεταν μια προσπάθεια που θα προωθούσε την ευκολότερη επικοινωνία και διάδραση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Η ύφεση έπρεπε να επιδιωχθεί «μέσω μιας πειστικής, υπομονετικής και μη δραματικής πολιτικής» – η επιρροή του Ουότσον, εκπροσώπου του βρετανικού πραγματισμού, ήταν εμφανής σε αυτό το σημείο. Η υποομάδα θεωρούσε αναγκαία την επίτευξη μιας οριστικής διευθέτησης στην Ευρώπη, όχι απλώς την ειρηνική συνύπαρξη δύο εχθρικών κόσμων. Σημείωνε ότι υπήρχαν ήδη ενδείξεις οικονομικής αποτυχίας στο σοβιετικό μπλοκ, κάτι που θα τόνωνε τα κίνητρα των κρατών αυτών να δεχθούν μεγαλύτερη επικοινωνία και εμπόριο με τη Δύση. Παρ’ όλα αυτά, η Μόσχα εξακολουθούσε να επιδιώκει τη διάσπαση του ΝΑΤΟ, και επομένως η χαλάρωση των διεθνών εντάσεων θα ήταν μια «διαδικασία με διακυμάνσεις» που θα απαιτούσε χρόνο. Σε αυτό το κλίμα, το ΝΑΤΟ θα παρέμενε ο βασικός εγγυητής της ασφάλειας στην Ευρώπη, και επομένως απαραίτητη θα ήταν η συνέχιση της παρουσίας, πολιτικής και στρατιωτικής, των ΗΠΑ και του Καναδά στη Γηραιά Ηπειρο.

Στόχος η συνεργασία

Ετσι, συμπέραινε η υποομάδα, η επιδίωξη των δυτικών στόχων απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς. Ηταν αναγκαίο να εξασφαλιστούν η αποδοχή και η συνεργασία του Κρεμλίνου: «η πολιτική μας δεν θα πρέπει να επιδιώκει να φέρει την Ανατολική Ευρώπη αντιμέτωπη με τη Σοβιετική Ενωση, αλλά να εμπλέξει και την Ανατολική Ευρώπη και τη Σοβιετική Ενωση σε πιο δημιουργικές μορφές συνεργασίας, οι οποίες θα είναι περισσότερο προς το συμφέρον και των δύο πλευρών σε σύγκριση με τη σημερινή αντιπαράθεση». Σε τούτο, η πολυμέρεια –άρα και η διατήρηση της συνοχής του ΝΑΤΟ– θα αποδεικνύονταν παράγοντες αποφασιστικοί. Η ανάπτυξη των εμπορικών, οικονομικών και πολιτιστικών σχέσεων θα ήταν στοιχείο κομβικό για το «σπάσιμο της κομμουνιστικής ακαμψίας» και για την άσκηση επιρροής στις «τεχνητά απομονωμένες κοινωνίες της Ανατολής». Ωστόσο, τέτοιες επαφές δεν θα αρκούσαν για να επέλθει η οριστική ειρήνευση: αυτή θα απαιτούσε στιβαρές πολιτικές πρωτοβουλίες και αποφάσεις, με άλλα λόγια την άσκηση ηγεσίας.

Στο κατώφλι μιας νέας εποχής

Η υψηλής ποιότητας ανάλυση που ενσωματωνόταν στην έκθεση Χαρμέλ δεν μπορούσε να λύσει όλα τα προβλήματα. Τα έγγραφα αυτά αποτελούσαν μια συνεκτική ανάλυση για τον ρόλο της Συμμαχίας στη νέα εποχή της ύφεσης, αλλά όπως συχνά συνέβαινε στο ΝΑΤΟ, αφορούσαν τη συμφωνία των κρατών-μελών επί των γενικών αρχών, και ήταν πιθανόν να ανακύψουν νέες, έντονες διαφωνίες όταν οι Αρχές αυτές θα έπρεπε να ενσωματωθούν στην πρακτική πολιτική. Επιπλέον, τα όρια της έκθεσης Χαρμέλ έμελλαν να διαφανούν το επόμενο μόλις έτος, όταν η σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία αποκάλυψε τα επώδυνα διλήμματα που η σοβιετική κυριαρχία στην Ανατολική Ευρώπη επιφύλασσε για τη Δύση.

Παρ’ όλα αυτά, η έκθεση Χαρμέλ προκάλεσε την αναβάθμιση των πολιτικών υπηρεσιών της Συμμαχίας που προωθούσαν την πολιτική διαβούλευση μεταξύ των μελών (Πολιτική Επιτροπή, Οικονομική Επιτροπή, νέες διαδικασίες για την ενημέρωση των συμμάχων, ιδίως των μικρότερων). Διασφάλισε έναν ενεργό ρόλο του ΝΑΤΟ κατά τις διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς, οι οποίες θα οδηγούσαν στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, το 1975. Προβλέποντας συλλογικές διαδικασίες, διαβεβαίωνε τα μικρότερα κράτη-μέλη ότι στα ζητήματα της ύφεσης δεν θα αγνοείτο η δική τους άποψη. Αποτύπωνε τη νέα, προσαρμοσμένη δυτική στρατηγική, με έμφαση όχι μόνον στα παραδοσιακά προβλήματα στρατιωτικής ασφαλείας, αλλά και στα νέα ζητήματα όπως το εμπόριο, την οικονομία, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την πολιτιστική συνεργασία – τα οποία, όπως τονίζει η σύγχρονη βιβλιογραφία, έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στην υπέρβαση του διαχωρισμού της Ευρώπης κατά τις επόμενες δεκαετίες. Επιπλέον, όλα τούτα προσέφεραν απαντήσεις και σε πρόσθετα επίπεδα: στο κλίμα της αμφισβήτησης του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1960, το ΝΑΤΟ δεχόταν έντονη κριτική, αλλά η έκθεση Χαρμέλ, επισφραγίζοντας τη μετατροπή της διεθνούς ύφεσης σε πολιτική στρατηγική της Συμμαχίας, καταδείκνυε τη δυνατότητά της να προσαρμόζεται στις νέες προκλήσεις. Εκδιωγμένη από το μεγαλοπρεπές αρχηγείο της Porte Dauphine των Παρισίων, εγκατεστημένη σε ένα νέο αρχηγείο που είχε βιαστικά ανεγερθεί στο προάστιο Εβερε των Βρυξελλών (και εγκαινιάστηκε μόλις δύο μήνες πριν από τη σύνοδο που ενέκρινε την έκθεση Χαρμέλ), η δυτική Συμμαχία έδειχνε έμπρακτα ότι έκανε μια νέα αρχή. Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως τονίζει η διεθνής βιβλιογραφία, και το ίδιο το Σύμφωνο της Βαρσοβίας προσπάθησε, αμέσως μετά αλλά ανεπιτυχώς, να μιμηθεί τις νέες περισσότερο συμμετοχικές διαδικασίες της Δύσης.

Στην Ελλάδα

Τέλος –διαπίστωση μελαγχολική για την έντονη υστέρηση της Ελλάδας– όλα τούτα δεν έγιναν επαρκώς αντιληπτά από την ελληνική κοινή γνώμη. Υπό την εξουσία μιας σκοταδιστικής δικτατορίας, αποκομμένοι από τις διεθνείς διεργασίες αυτών των ετών, κυριαρχούμενοι (πολλοί από αυτούς) από την εντύπωση ότι το ΝΑΤΟ και οι Αμερικανοί είχαν επιβάλει τη χούντα, οι Ελληνες πολίτες δεν μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τις διεθνείς εξελίξεις. Αυτό ήταν ένα ακόμη τίμημα που κλήθηκε να καταβάλει η χώρα, με μακροπρόθεσμες συνέπειες.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ