ΒΙΒΛΙΟ

Πόση ώρα μπορείς να μείνεις ακίνητος;

ΤΖΙΝΑ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η εικονογράφηση του βιβλίου δημιουργεί ένα σκοτεινό ανάγλυφο μέσα από το οποίο ξεπροβάλλουν φωτεινές μορφές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΥΓΕΝΙΑ ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΟΥ
Εσύ, πόση ώρα μπορείς να μείνεις
ακίνητος;
εκδ. Ars Nova, σελ.56

Ενα λεύκωμα για παιδιά και μεγάλους με σχέδια που συνθέτουν μια ιστορία, στο οποίο η αφήγηση μοιάζει περισσότερο σαν ανάσα για να απολαύσεις τις εικόνες. Μια ανάσα λυρική που στοχάζεται πάνω στην αμφιβολία. «Αγαλματάκια ακίνητα, αμίλητα, αγέλαστα. Μέρα ή νύχτα;». «Μήπως τα αγάλματα όπως τα ξέρουμε, απλά παίζουν ένα παιχνίδι που και εμείς έχουμε παίξει ως παιδιά; Μήπως, κάποιες φορές τα μαρμάρινα ή γύψινα ή χαλύβδινα αγάλματα μοιάζουν περίεργα, ύποπτα ακίνητα, σαν να προσπαθούν να μην κουνηθούν»; Ενα λοξό βλέμμα πάνω στο κλασικό παιδικό παιχνίδι. «Εσύ, πόση ώρα μπορείς να μείνεις ακίνητος;» αναρωτιέται στο πρώτο graphic novel της, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Nova, η Ευγενία Χατζησταύρου.

Μαύρο πενάκι το φόντο των σχεδίων. Χαραγμένο με ένταση και πείσμα. Δεν είναι απλό μαύρο background αυτό που σκιαγραφεί κάθε μία από τις 56 σελίδες του μικρού αυτού βιβλίου. Είναι ένα μαύρο που γεμίζει το χαρτί και δυναμιτίζει το λευκό.

«Θυμάμαι ακόμα τους ήχους που έπαιζαν στο φόντο όταν χάρασσα με το 01 πενάκι στο χαρτί αυτές τις εικόνες, όταν γέμιζα τα κενά με το 04. Θυμάμαι σίγουρα τον ήχο της τηλεόρασης να παίζει κάποιο σίριαλ για τη μαμά. Μάλλον την ίδια ώρα θα σχεδίαζα πάνω-κάτω τις περισσότερες φορές, νωρίς το απόγευμα. Θυμάμαι και κάποια συναισθήματα ίσως. Το πιστεύω αυτό, ότι με το πενάκι καταγράφεις και τη στιγμή που ζεις, γραμμή-γραμμή, με κάποιο τρόπο. Μετά ξανακοιτάς τις εικόνες και ξαναπαίζουν οι φωνές, η μουσική, θυμάσαι ποια και πού ήσουν τότε, σαν να κοιτάς βαθιά μέσα σ’ έναν μαγικό καθρέφτη.

Σχεδίαζα και αργά τη νύχτα, τότε όμως μόνο τις σκέψεις μου άκουγα και αυτές πολλές φορές τις έσβηνα με το μαύρο, για να ξεχάσω ποια είμαι, σαν να περνάνε μέρες χωρίς να κοιταχτείς στον άλλο τον καθόλου-μαγικό καθρέφτη. Σχεδιάζεις μηχανικά, γράφεις τους έξω ήχους, σβήνεις τους μέσα. Για μένα έχουν κάτι μαγικό τα πενάκια. Ακόμα θα ’λεγα πως μπορούν να σταθούν μόνα τους πάνω στο χαρτί».

Οι σελίδες γεμίζουν με χρυσά πλατανόφυλλα, ασπρόμαυρα αγκάθια και αγριόχορτα που τα παίρνει ο αέρας. Ακροκέραμα ακροβατούν και ταξιδεύουν. Χρυσαφένια αστέρια κολυμπούν στη νύχτα. Σπίτια με μαρμάρινα μπαλούστρα, βαριές νεοκλασικές θύρες, σιδερένιες καγκελόπορτες με περίτεχνα σχέδια. Ακάνθινα φυλλώματα και έλικες εναλλάσσονται με ρόδακες και αετώματα. Ιχνογραφήματα σε γεωμετρικά μοτίβα και πλούσιο φυτικό διάκοσμο.

Σιντριβάνια, μεταλλικές πτυσσόμενες καρέκλες και γιρλάντες διαχέονται σε μια πόλη που αλλού αγγίζει τις παρισινές σοφίτες και τα πατρινά νεοκλασικά, με φωτισμένα παράθυρα και κεραμίδια και αλλού κοιτά κλεφτά τα βενετσιάνικα λιοντάρια και τα βαρκελωνέζικα γοτθικά καμπαναριά. Σ’ αυτή τη μυθική πόλη τα κτίρια υψώνονται σαν καθεδρικοί ναοί με αιχμηρές αψίδες, διακοσμημένα με δράκους που σκαρφαλώνουν σε αντηρίδες. Σαν τα γκαργκόιλ της Παναγίας των Παρισίων, τα τερατόμορφα γλυπτά των υδρορροών που διώχνουν τα νερά της βροχής. Από εκεί ψηλά, η Ευγενία Χατζησταύρου σκιτσάρει με εμμονική λεπτομέρεια πτυχές της ιστορίας. Και εκεί γεννιέται ο Ερμής, ο πρωταγωνιστής της. Οι αρχιτεκτονικές σπουδές της και η εμβάθυνση στην αρχιτεκτονική τοπίου καθρεφτίζονται στον τρόπο που αποτυπώνει το δομημένο περιβάλλον και τη φύση.

Η ιστορία περιγράφεται κυρίως μέσα από τις εικόνες. Η εικονογράφηση του βιβλίου δημιουργεί ένα σκοτεινό ανάγλυφο μέσα στο οποίο ξεπροβάλλουν φωτεινές μορφές. Αγάλματα που μοιάζουν με ανθρώπους, άνθρωποι που μοιάζουν παγωμένοι σαν αγάλματα. Με έντονα και διεισδυτικά βλέμματα. Μεγάλα και καθαρά μάτια.

Η Ευγενία Χατζησταύρου κεντάει μια εικόνα ενός μαυρόασπρου κόσμου με χρυσές βελονιές. Εκεί συγκλίνουν οι διαυγείς δομικές γραμμές και οι έντονες διακοσμητικές λεπτομέρειες. Με μια παλαιομοδίτικη συνειδητή ευαισθησία, εξιστορεί ένα μελαγχολικό παραμύθι για τον Ερμή, ένα άγαλμα που λόγω ενός λάθους του γλύπτη, δεν μπορεί να πετάξει και να δει από κοντά τον κόσμο που υπάρχει πιο πέρα απ’ την οροφή του κτιρίου που ορίστηκε ως θέση του. «Ο Ερμής λοιπόν έχει φτερά αλλά από πάντα και από λάθος βαριά».

Τελικά τα καταφέρνει. Σαν έτοιμος από καιρό, υπερβαίνει τον φόβο. Κάνει το άλμα στο κενό παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια του. «Πάρε τον χρόνο σου Ερμή, αυτό δεν είναι το τέλος, είναι μόλις μια αρχή». Ενα εξαιρετικό και ελπιδοφόρο ξεκίνημα από μια δυνατή εικαστική πένα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ