ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ*

Γεωπολιτική της θάλασσας και αναξιοποίητα πλεονεκτήματα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​πό τις γερμανικές καταβολές και τα εδαφικά της διακυβεύματα, η γεωπολιτική κυριαρχείται από την ηπειρωτική οπτική. Ασχολείται με τα σύνορα, τα εδάφη, τις εθνότητες και τις μειονότητες. Κύριο μέλημά της ο πολιτικός χάρτης· ο θαλάσσιος χώρος αντιμετωπίζεται ως απλή προέκταση της ξηράς, με περιορισμένη αυτονομία. Αυτή η θεώρηση καθόρισε τις ελληνικές γεωπολιτικές αναπαραστάσεις. Η κατά προτεραιότητα ενσωμάτωσή μας στον ευρωπαϊκό κορμό κατά τις τελευταίες δεκαετίες την ενίσχυσε. Συνεπαγόμενη είναι και η αμηχανία ορισμένων Ελλήνων πολιτικών έναντι των θαλασσίων διακυβευμάτων – αν, επί παραδείγματι, «υπάρχουν θαλάσσια σύνορα».

Το τελευταίο βιβλίο του ναυάρχου Τζέιμς Σταυρίδη, πρώην ανωτάτου διοικητή συμμαχικών δυνάμεων στο ΝΑΤΟ και νυν πρύτανη στη Σχολή Fletcher του πανεπιστημίου Tufts, μπορεί να λειτουργήσει διορθωτικά. Τιτλοφορείται «Sea Power», όπως και το περίφημο έργο του Αλφρεντ Θέιερ Μέιχαν, του μεγαλύτερου Αμερικανού στρατηγικού διανοητή του 19ου αιώνα. Ο Σταυρίδης αναστρέφει την κλασική γεωπολιτική οπτική: από ηπειρωτική την καθιστά θαλάσσια. Το βιβλίο του απευθύνεται στο ευρύ κοινό, χωρίς να προδίδει την επιστημονική πειθαρχία. Πρόκειται για μια ιδιαιτέρως σημαντική συμβολή στη γεωπολιτική θεωρία.

Ο συγγραφέας δείχνει ότι, τις περισσότερες φορές, η μοίρα της ανθρωπότητας κρίθηκε στη θάλασσα· αυτό θα συμβεί και στο μέλλον. Τα συμπεράσματα από τη γεωπολιτική του ανάλυση είναι πολιτικά. Αφορούν τη σχέση των Ηνωμένων Πολιτειών με τη θάλασσα και υποδεικνύουν την επιβεβλημένη πολιτική ώστε οι κυβερνήσεις να ανταποκριθούν στα νέα παγκόσμια διακυβεύματα. Τι ανάλογα συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν ως προς την Ελλάδα και τον Ελληνισμό;

Κατά Μέιχαν, η «θαλάσσια ισχύς» (sea power) στηρίζεται σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: στη γεωγραφία, στην ανάπτυξη της ακτογραμμής και στον «χαρακτήρα του λαού». Ο Σταυρίδης επικαλείται την ανάγκη για διεθνή συνεργασία και δράση, τον συνδυασμό των μέσων τα οποία διαθέτουν οι διάφοροι κλάδοι της εθνικής άμυνας και, τέλος, τη συνεργασία ανάμεσα στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα.

Η Ελλάδα διαθέτει τα παραδοσιακά συγκριτικά πλεονεκτήματα για να αποκτήσει θαλάσσια ισχύ. Επιπλέον, ευνοείται από τις πρόσφατες τάσεις. Η διεθνοποίηση της θαλάσσιας δράσης και η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα προσδίδουν σημαντικό ρόλο στην ελληνική ιδιαιτερότητα: οι Ελληνες κατέχουν έναν τεράστιο εμπορικό στόλο.

Οι δυνατότητες αυτές δεν συγκαλύπτουν, όμως, τις αντιφάσεις και τις δομικές αδυναμίες. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο πολιτικός και ο ναυτικός κόσμος είτε αλληλοαγνοούνται είτε λειτουργούν ανταγωνιστικά. Για τους Ελληνες πλοιοκτήτες, όσο λιγότερο ασχολείται το κράτος με τη δραστηριότητά τους τόσο το καλύτερο. Θεωρούν ότι ο επαρχιωτισμός της ελληνικής πολιτικής και διοίκησης δεν μπορεί παρά να βλάψει την ανταγωνιστική παγκοσμιοποιημένη δραστηριότητά τους.

Ομως, ο χαοτικός και έντονα ατομικιστικός κόσμος της ποντοπόρου εμπορικής ναυτιλίας δεν μπορεί να συντονιστεί από μόνος του για να ανταποκριθεί στα διακυβεύματα της θαλάσσιας ισχύος. Οι εφοπλιστές συνεισφέρουν γενναιόδωρα στην ελληνική κοινωνία – ιδιαίτερα στις τοπικές κοινωνίες της καταγωγής τους. Ωστόσο, οι δωρεές τους λίγη σχέση έχουν με τη θεματική της θαλάσσιας γεωπολιτικής.

Η εδαφική μονομέρεια ως προς την κρατική γεωπολιτική σκέψη και η αδυναμία του εφοπλιστικού κόσμου να αναπτύξει συνολική θεώρηση αφήνουν αναξιοποίητα τα τεράστια ελληνικά πλεονεκτήματα. Η εμπειρία από την εκπροσώπηση της Ελλάδας στον ΟΟΣΑ έδειξε ότι η θαλάσσια διάσταση απουσιάζει πλήρως από τη διεθνή εικόνα της χώρας μας: δεν καλείται καν σε συσκέψεις σχετικές με τα θαλάσσια διακυβεύματα! Το κράτος περιορίζεται να επωφελείται, πάντοτε προσοδοθηρικά, από τα θαλάσσια γεωπολιτικά assets τα οποία διαθέτει στους συμμάχους – όπως, επί παραδείγματι, τη βάση της Σούδας.

Οπως και σε πολλούς άλλους τομείς της νεοελληνικής πραγματικότητας, δεν υπάρχουν απλές λύσεις για να ξεπεραστούν οι αντιφάσεις, που αντανακλούν αντιθέσεις ανάμεσα στους διάφορους κλάδους του νεοελληνικού έθνους, πολλές από τις οποίες έχουν βαθιές ρίζες. Από την αρχαιότητα, η Σπάρτη και η Αθήνα εξέφραζαν την αντιπαράθεση ανάμεσα στο περίκλειστο ορεινό περιβάλλον και στις ευκαιρίες του θαλασσίου ανοίγματος. Περισσότερο πρόσφατα, στους στερημένους ελλαδικούς πληθυσμούς αναπτύχθηκε η μισαλλοδοξία έναντι όσων συμπατριωτών διασώθηκαν από την ανέχεια καταφεύγοντας στη διασπορά ή στη ναυτιλία. Η θαλάσσια εθελοτυφλία του κράτους και η διακριτική επιφυλακτικότητα του ναυτιλιακού κόσμου έχουν πολιτισμικές ρίζες.

Εστω και χωρίς ελπίδα για άμεσες ριζοσπαστικές τομές, είναι κατ’ αρχάς αναγκαίο να αποκτήσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι, τόσο το κράτος όσο και ο κόσμος της ναυτιλίας, μια καθαρή συναίσθηση των δυνατοτήτων και των εμποδίων. Η δύσκολη σχέση Ελλαδισμού και Θάλασσας πρέπει να ξεφύγει από την ομερτά και να ανοιχτεί στον δημόσιο διάλογο.

Το βιβλίο του Σταυρίδη μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για μια τέτοια συζήτηση. Παρέμβαση στον δημόσιο διάλογο στην αμερικανική πατρίδα του συγγραφέα, μπορεί να συνδράμει στην ανανέωση των ιδεών στη χώρα της καταγωγής του.

* Ο κ. Γιώργος Πρεβελάκης είναι καθηγητής Γεωπολιτικής στη Σορβόννη (Paris I).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ