ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Μια Κεντροαριστερά για τη χώρα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ξ​​αφνικά κάτι ενδιαφέρον αρχίζει να συντελείται στην Κεντροαριστερά. Η άμεση, από τη βάση, εκλογή της ηγεσίας μιας παράταξης είναι από μόνη της ένα πολιτικό γεγονός. Εδώ όμως προστίθεται κάτι πρωτόγνωρο: η προοπτική συνένωσης δύο κοινοβουλευτικών κομμάτων για να σχηματιστεί ένα νέο κόμμα του προοδευτικού κέντρου, υπό νέα ηγεσία. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει.

Τουλάχιστον από το 2013 εκκρεμεί το ανεκπλήρωτο εγχείρημα της συνένωσης των δυνάμεων από τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι το προοδευτικό και μεταρρυθμιστικό κέντρο. Το σκεπτικό του Οκτωβρίου 2013, στη διακήρυξη των 58, με βασικό συγγραφέα τον Γιάννη Βούλγαρη, παραμένει επίκαιρο: «Η ισχυροποίηση της ευρύτερης κεντροαριστερής παράταξης θα συμβάλει στην αποκατάσταση μιας ελάχιστης εθνικής συναίνεσης... Θα συνδέσει την εθνική ανασυγκρότηση με ένα προοδευτικό και ρεαλιστικό πρόγραμμα αλλαγών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Θα ενισχύσει τις φιλελεύθερες εκσυγχρονιστικές φωνές στη Ν.Δ. και τις δημοκρατικές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις στον ΣΥΡΙΖΑ».

Τώρα τα πράγματα γίνονται όπως πρέπει. Μια επιτροπή υψηλού κύρους υπό τον Νίκο Αλιβιζάτο εγγυάται τη διαδικασία. Οι υποψηφιότητες του Γιώργου Καμίνη και του Σταύρου Θεοδωράκη δίνουν μεγάλη διευρυντική δυναμική. Δημιουργούν προσδοκίες απήχησης που θα ξεπερνά τα κομματικά τείχη του ΠΑΣΟΚ/ΔΗΣΥ, προσεγγίζοντας πολλές δεκάδες χιλιάδες πολίτες από τον χώρο του προοδευτικού και φιλελεύθερου κέντρου.

Η παράταξη που θα προκύψει θα συνιστά το νέο προοδευτικό κέντρο του πολιτικού μας συστήματος, έχοντας αριστερά τον ΣΥΡΙΖΑ και δεξιά τη Ν.Δ. Αυτή η υπόθεση δεν αφορά μόνο την Κεντροαριστερά. Η ανάδειξη μιας ισχυρής Κεντροαριστεράς, με κεντρώο και μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό, θα είναι καταλύτης για τις αναγκαίες συναινέσεις της επόμενης μέρας μετά τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ο νέος πολιτικός φορέας και η ηγεσία του θα καθορίσουν μεταξύ άλλων αν η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, πιθανότατα υπό τη Ν.Δ., θα έχει ως δυνητικό εταίρο ή πάντως ως αντιπολίτευση ένα σοβαρό, αξιόπιστο, μεταρρυθμιστικό κόμμα του κέντρου. Γιατί οι απαιτήσεις της επόμενης μέρας θα ξεπερνούν τις δυνατότητες οποιασδήποτε μονοκομματικής πλειοψηφίας.

Ορισμένοι αναπτύσσουν τη θεωρία ότι μετά την προσχώρησή του στο μνημόνιο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εκ των πραγμάτων η νέα Κεντροαριστερά. Με όρους εκλογικής γεωγραφίας, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πράγματι σήμερα ο ισχυρότερος πόλος αριστερά του κέντρου. Ομως η απρόθυμη υποταγή του ΣΥΡΙΖΑ στον κυβερνητικό ρεαλισμό θα εγκαταλειφθεί όταν επιστρέψει στην αντιπολίτευση. Εκεί θα ανταμώσει ξανά με την αμετροέπεια, τη δημαγωγία, τα ακραία αντανακλαστικά του λαϊκιστικού κόμματος που πάντοτε υπήρξε. Η πολιτική παιδεία ενός κόμματος που αρνείται να καταδικάσει τα εγκλήματα των κομμουνιστικών καθεστώτων και να αποκηρύξει τη δικτατορία του Μαδούρο, βρίσκεται πολύ μακριά από τις αναζητήσεις μιας ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς.

Τα ουσιώδη ζητήματα της επόμενης μέρας ήδη εκκρεμούν. Πώς, με ποιες επιμέρους προτεραιότητες, θα επιδιωχθεί η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας; Ποιο είναι το κατάλληλο μείγμα δημοσιονομικής και φορολογικής πολιτικής σε μια οικονομία υποχρεωμένη να παράγει υψηλά πλεονάσματα, ώστε να μη συνθλίβει τα παραγωγικά κίνητρα, εκπατρίζοντας εργαζόμενους και επιχειρήσεις;

Με ποιες μακροπρόθεσμες πολιτικές μπορεί να αντιμετωπιστεί η μείζων μακροχρόνια απειλή της δημογραφικής γήρανσης; Πώς μπορεί το πολιτικό σύστημα της χώρας να σχεδιάσει τις πολιτικές αυτές και να εγγυηθεί τη διαχρονική συνέχεια στην εφαρμογή τους;

Πώς θα μετατοπιστεί η συζήτηση της φτώχειας και ανισότητας από τους παραδοσιακούς «εντός των τειχών» insiders, στους πιο αδύναμους, τους μακροχρόνια άνεργους; Πώς θα αντιμετωπιστεί η διαγενεακή ανισότητα; Πώς θα πεισθούν νέοι άνθρωποι να στραφούν στην υγιή επιχειρηματικότητα, και επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν;

Πώς θα υπηρετηθεί διακομματικά, με ποιες δέσμες πολιτικών, η μετάβαση σε ένα βιώσιμο πρότυπο ανάπτυξης προσανατολισμένο στην εξωστρέφεια, τις εξαγωγές, την προσέλκυση επενδύσεων; Πώς μπορούμε να επιτύχουμε τα παραπάνω χτίζοντας στα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας αλλά χωρίς αποκλειστική εξάρτηση από τον τουρισμό, στηρίζοντας παράλληλα την ανάπτυξη κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας όπως η μεταποίηση, η αγροτική βιομηχανία, οι κλάδοι της πληροφορικής και της τεχνολογικής καινοτομίας;

Ποιες μεταρρυθμίσεις του δημόσιου τομέα μπορούν να αυξήσουν τη συνολική παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, σε μια οικονομία υπηρεσιών με ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας στην Ευρώπη;

Με ποιες πολιτικές, θεσμούς, αξίες, πρέπει να εξοπλιστεί μια χώρα αναπόφευκτα εκτεθειμένη σε υψηλές μεταναστευτικές εισροές; Πώς μπορεί να αξιοποιήσει θετικά αυτές τις εισροές;

Τι μαθητές, φοιτητές, μελλοντικούς εργαζόμενους πρέπει να παράγει η εκπαίδευση, πώς μπορεί να συνδεθεί καλύτερα με τις παραγωγικές ανάγκες της χώρας υπό συνθήκες διεθνούς ανταγωνισμού, κι όχι μόνο των στενών συντεχνιακών συμφερόντων της εκπαίδευσης;

Οσοι θεωρούν την προτεραιότητα της παραγωγικής ανασυγκρότησης αναγκαίο οδηγό στα παραπάνω ερωτήματα, κι όσοι προσβλέπουν στη σταθεροποιητική συμβολή ενός ισχυρού μεταρρυθμιστικού κέντρου, μπορούν να βλέπουν με προσδοκία τις εξελίξεις στην Κεντροαριστερά.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ