ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Έντεκα συντάκτες της «Καθημερινής» καταγράφουν τις δικές τους ιστορίες διακοπών από την Κέρκυρα και τη Σκιάθο έως την Αμοργό.

Η χανιώτισσα του λιμανιού

Μια κυρία πάνω από εβδομήντα χρονών με κοντά άσπρα μαλλιά, μαύρη μπλούζα και μαύρη φούστα έχει βγάλει μια πλαστική καρέκλα και κάθεται έξω από την είσοδο του σπιτιού της διαβάζοντας εφημερίδα. Η σιλουέτα της παραπέμπει σε αυτό που λέμε «νταρντάνα» – είναι εύσωμη και μοιάζει δυναμική, ένας τύπος γυναίκας που μπορεί να ανταποκριθεί σε βαριές δουλειές όπως ένας άντρας, μια φιγούρα που έχει κάτι από την παλιά Κρήτη. Η εικόνα της άγνωστης που αράζει έξω από το κεφαλόσκαλό της είναι ό,τι πιο «πραγματικό», ό,τι πιο κοντινό σε μια κανονική καθημερινότητα είδα στη διάρκεια της βόλτας μου στα σοκάκια πίσω από το παλιό ενετικό λιμάνι των Χανίων. Φαινόταν να είναι η μοναδική που –τουλάχιστον τη δεδομένη στιγμή που πέρασα από μπροστά της– δεν ήθελε να μαγέψει τους τουρίστες που κατακλύζουν κατά χιλιάδες την πόλη κάθε Αύγουστο. Δεν είχε διάθεση να τους πουλήσει καρτ ποστάλ, μαγνητάκια, ομοιώματα κρι-κρί, σαπούνια ελαιολάδου, δεν ήθελε να τους πείσει να καθίσουν στο εστιατόριό της ούτε να τους δελεάσει με μια προσφορά για βόλτα με το σκάφος της με τον γυάλινο πάτο. Ήταν η μόνη που επέλεγε να ζει κανονικά σε έναν προορισμό ο οποίος τα καλοκαίρια είναι παραδομένος σε έναν κακώς εννοούμενο τουρισμό που ισοπεδώνει τα πάντα, που δεν αφήνει ούτε μία γωνιά ελεύθερη στις ενετικές γειτονιές, που έχει μετατρέψει την Παλιά Πόλη των Χανίων σε ένα απέραντο μίνι μάρκετ αναμνηστικών. Ήταν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, μια φιγούρα παρηγορητική, που αγνοούσε πλήρως τον τζερτζελέ γύρω της, καθόταν με αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια στην καρέκλα και διάβαζε την εφημερίδα της. Ήταν η πιο ευχάριστη ανάμνηση από τη βόλτα στο λιμάνι.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΛΑΒΑΝΟΥ


Το airbnb θέλει μεράκι

Ήταν η πρώτη φορά που νοικιάσαμε δωμάτιο –για την ακρίβεια, ένα μικρό διαμέρισμα– μέσω airbnb. Προορισμός μας ήταν η Νάξος, τη χειρότερη δυνατή εβδομάδα (εκείνη του Δεκαπενταύγουστου), και είχαμε δύο περιορισμούς κατά την αναζήτηση καταλύματος: να βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τη Χώρα και να προσφέρεται σε λογική τιμή.
Στις γραμμές που ακολουθούν δεν θα διαβάσετε κάποια εξωφρενική ιστορία για ημιυπόγεια με αρουραίους και γείτονες όλα τα μπαρ της περιοχής. Το διαμέρισμα –επαρκές, είναι η αλήθεια, για μια οικογένεια– ήταν σε ένα ήσυχο σημείο, ακριβώς πάνω από το σπίτι της ιδιοκτήτριας. Όμως κάτι έλειπε: τα έπιπλά του ήταν προφανώς τα παλιά (τα «παιδικά», θα λέγαμε) έπιπλα μιας οικογένειας, που είχαν πάψει να χρησιμοποιούνται προ πολλού. Το στρώμα βουλιαγμένο. Τα κουφώματα φθαρμένα. Τα πιατικά και τα κουζινικά έδειχναν να είναι αυτά που κάποτε χρησιμοποιούσες και μετά έστειλες στο εξοχικό σου. Ο εξοπλισμός του μπάνιου φθηνός, τολμώ να πω φθηνιάρικος. Ακόμα και τα όποια διακοσμητικά στο διαμέρισμα έδειχναν «απόσυρση».
Η ιδιοκτήτρια, μια εξαιρετικά συμπαθητική κυρία που δεν έμενε μόνιμα στο νησί, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον. Μας ρωτούσε καθημερινά αν όλα είναι καλά, ανταποκρίθηκε αμέσως για ό,τι της ζητήσαμε. Η ζεστή της προσωπικότητα όμως δεν επαρκούσε για να καλύψει την πραγματικότητα: μπορεί το όποιο airbnb να μην είναι ξενοδοχείο, αλλά ακόμα και αυτή η «εύκολη» (για την απόκτηση ενός εισοδήματος) λύση χρειάζεται, έστω, μεράκι.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ


Παράδειγμα προς μίμηση

Δεν θα γράψω την ονομασία του. Γιατί θέλω να ελπίζω ότι υπάρχουν πολλά, και σίγουρα όχι διαφημισμένα στη χώρα μας. Το ξενοδοχείο που αποτέλεσε την αφορμή των σκέψεων που ακολουθούν βρίσκεται στην Κασσάνδρα της Σκιάθου και όταν έκανα την κράτηση για την οικογένεια του αδελφού μου που ζει στο εξωτερικό, η μόνη μου γνώση ήταν οι φωτογραφίες στο site του. «Θέλω να κλείσεις κάτι πάνω στη θάλασσα, και με πισίνα για τα παιδιά», ήταν οι προδιαγραφές. Δεν θα σας μιλήσω για τη διαρκή καθαριότητα όλων των εγκαταστάσεων, το καταπληκτικό πρωινό με ελληνικά προϊόντα, τα δύο εξαιρετικά εστιατόρια με διαφορετικά μενού το καθένα, την ανεπιτήδευτη ευγένεια των υπαλλήλων. Θα σταθώ μόνο σε ένα παράδειγμα που με έκανε να ξαναθυμηθώ τι είναι τελικά αυτό που κάνει τη διαφορά στην παροχή υπηρεσιών. Ο ανιψιός μου έχει μια σπάνια αλλεργία που του απαγορεύει να τρώει από ψάρι, κοτόπουλο και όσπρια μέχρι ζυμαρικά, γάλα, αυγά, σόγια και ξηρούς καρπούς. Δηλαδή σχεδόν τα πάντα. Ήδη από το πρώτο μεσημέρι –όταν τυχαία ο σερβιτόρος κατάλαβε το πρόβλημα– ήταν ενημερωμένο όλο το προσωπικό και των δύο εστιατορίων. Τον ήξεραν όλοι με το μικρό του όνομα και προσπάθησαν τις πέντε μέρες που έμεινε εκεί να τον κάνουν να ξεχάσει εντελώς το πρόβλημά του. Για να καταλάβετε πόσο υποδειγματικά ανταποκρίθηκε το ξενοδοχείο, ο σεφ κάθε μέρα πρότεινε ή και μαγείρευε 1-2 διαφορετικά πιάτα μόνο για τον ανιψιό μου, γεγονός που έκανε και την οικογένειά του να ξεχάσει το καθημερινό αυτό άγχος. Κι όλα αυτά, το επαναλαμβάνω, με υποδειγματική ευγένεια και χωρίς καμία επιτήδευση. Οι εργαζόμενοι σε έκαναν να αισθάνεσαι ότι όχι μόνο αγαπούν αυτό που κάνουν, αλλά και ότι νοιάζονται να είναι πραγματικά ξεχωριστή η επιχείρηση για την οποία εργάζονται.
«Δεν θα μπορούσαν να λειτουργούν έτσι όλα στην Ελλάδα;» με ρώτησε ο αδερφός μου.
«Θα μπορούσαν», μονολόγησα.

ΚΕΙΜΕΝΟ: KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΖΟΥΛΑΣ



Φωτογραφία: © ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Η πολυτέλεια της απλότητας

Έμαθα κάτι καινούργιο αυτό το καλοκαίρι: το καλό φαγητό δεν πηγαίνει υποχρεωτικά μαζί με πολυκοσμία, αρχιτεκτονικές υπερπαραγωγές, ψευδογκουρμέ φιοριτούρες ή φουσκωμένους λογαριασμούς. Στη Σκύρο, την οποία επισκέφτηκα πρώτη φορά και χωρίς μεγάλες προσδοκίες, ανακάλυψα ότι ο συνδυασμός γαστρονομικής απόλαυσης (το νησί φημίζεται γι’ αυτήν) και σχεδόν άφθαρτων τοπίων δεν είναι μια χαμένη μάχη για το ελληνικό καλοκαίρι. Είναι σαν να υπάρχει μια σιωπηλή συμμαχία στη Σκύρο – και όταν λέω «Σκύρο», μιλάω περισσότερα για τις ωραίες εξοχές του νησιού, μακριά από το επίκεντρο της τουριστικής κίνησης στα Μαγαζιά και στη Χώρα. Η «συμμαχία» αφορά τον σεβασμό του τόπου και του τοπίου και τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα από τα καλύτερα σημεία για να δοκιμάσεις την τοπική κουζίνα σε οδηγούν σε θαλερά δάση, απάνεμα λιμανάκια ή μικρές παραλίες που δύσκολα θα είχες ανακαλύψει διαφορετικά. Μια τέτοια περίπτωση είναι σίγουρα το Πεύκο, ένα μικροσκοπικό λιμανάκι χωμένο στα πεύκα, στην άκρη του οποίου στέκεται η ταβέρνα της Σταματίας με τις φημισμένες της πίτες και το σκυριανό κατσικάκι, το γαστρονομικό σήμα κατατεθέν του νησιού. Από τα διπλανά τραπέζια ακούς μπόλικα ιταλικά και γαλλικά, βλέπεις ανθρώπους που έρχονται και ξανάρχονται για να ζήσουν μια όσο το δυνατόν πιο αυθεντική εκδοχή του ελληνικού θέρους όπως το έχουν στο μυαλό τους: «πρωτόγονο», απλό και οικονομικό. Στα βόρεια, και στην καρδιά του σκυριανού πευκοδάσους, η ταβέρνα του Αγίου Πέτρου προσφέρει μια πλήρη εμπειρία της ντόπιας κουζίνας σε συνθήκες σχεδόν μαγικές. Τα αμέτρητα καλούδια, με έμφαση στο κρέας και στο τυρί, προέρχονται από τη φάρμα της οικογένειας Μαυρίκου που «τρέχει» και το εστιατόριο, ενώ η μεθυστική αίσθηση του πεύκου και της (αθέατης) θάλασσας ανοίγει την όρεξη. Δίπλα στο κύμα βρίσκεται και η ταβέρνα της κυρίας Πόπης στις Αχερούνες, ένα παραθαλάσσιο χωριό στα δυτικά του νησιού· παλιά Ελλάδα με θέα την παραλία και τα καϊκάκια του όρμου. Αυτό είναι το ωραίο στη Σκύρο: η πολυτέλεια της απλότητας είναι για όλους.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ



Φωτογραφία: ΜΑΡΙΑ ΚΟΡΑΧΑΗ

Φιστίκια απ’ το ψυγείο

Τις καθημερινές στο «δελφίνι» για την Αίγινα συνταξιδεύεις κυρίως με ξένους παρά με Έλληνες, γεγονός που σε κάνει να υποψιάζεσαι ότι το νησί του Αργοσαρωνικού δεν είναι απλώς προορισμός για Αθηναίους του Σαββατοκύριακου. Πλήθος επισκεπτών αποβιβάζονται για την κλασική βόλτα κατά μήκος των καϊκιών με άμαξα ή με τα πόδια, για μια επίσκεψη στον ναό της Αφαίας ή στον αρχαίο ελαιώνα και για βραδινή εξερεύνηση στα μπαράκια.
Φέτος σημειώθηκε μεγάλη άνοδος της τουριστικής κίνησης – οι υπεύθυνοι στα πρακτορεία εισιτηρίων μόνο προ κρίσης θυμούνται τέτοια νούμερα. Οι Έλληνες, βέβαια, παραμένουν η συντριπτική πλειονότητα και συνήθως το πόσο φορτωμένο είναι το νησί από κόσμο δεν το καταλαβαίνεις κάνοντας τη βόλτα σου στο λιμάνι. Στην Αίγινα εξάλλου κανείς Αθηναίος δεν είναι ακριβώς τουρίστας. Έρχεται να μείνει –μάλλον όχι για πρώτη φορά– σε κάποιο σπίτι, δικό του, συγγενών ή φίλων, και μπορεί να περάσει τη βραδιά του πίνοντας ένα ποτήρι κρασί στη βεράντα. Κι εγώ αυτό έκανα, συνοδεία των παγωμένων φιστικιών του Αυγούστου, που μπαίνουν άψητα από το δέντρο στο ψυγείο.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΜΑΡΙΑ ΚΟΡΑΧΑΗ


Σκηνή, μους μπανάνας και τοστ με χωριάτικο ψωμί

Υπάρχει μια προκατάληψη για τα κάμπινγκ. Ότι είναι περιζήτητα κυρίως σε νεαρές ηλικίες με βασικό κριτήριο επιλογής το χαμηλό κόστος διαμονής, ότι είναι βρώμικα, ότι έχουν φασαρία, ότι σερβίρουν μαζικό και κακής ποιότητας φαγητό, ότι οι καλές θέσεις κάτω από τον παχύ ίσκιο είναι πάντα, σχεδόν νομοτελειακά, πιασμένες. Το κάμπινγκ του Καστάνη στην Αμοργό, στα 2 χλμ. από το λιμάνι των Καταπόλων προς τη Χώρα, μου προσέφερε μία από τις καλύτερες εμπειρίες διαμονής με σκηνή που είχα ποτέ. Λίγος κόσμος (τέλος Ιουλίου γαρ), όλες οι θέσεις σε σκιά, παροχή ηλεκτρισμού δίπλα στη σκηνή, επαρκείς τουαλέτες –χωριστά για άντρες και γυναίκες– που καθαρίζονταν περίπου τρεις φορές την ημέρα (υπήρχαν και απορρυπαντικά προς χρήση από τους ενοίκους), περιποιημένοι κοινόχρηστοι χώροι, θυρίδες φύλαξης, πάρκινγκ χωρίς χρέωση, φροντισμένο καφέ-εστιατόριο με απρόσκοπτη θέα. Εδώ το τοστ φτιάχνεται με χωριάτικο ψωμί, ο ελληνικός καφές αργοψήνεται σε μπρίκι, ενώ καθημερινά υπήρχαν φρέσκα γλυκά, όπως μους μπανάνας! Οι υπεύθυνοι αντιμετωπίζουν την επιχείρησή τους με όρεξη, φροντίδα και επαγγελματισμό που αρμόζει σε «αστεράτες» ξενοδοχειακές μονάδες και καταρρίπτουν τα στερεότυπα.

ΚΕΙΜΕΝΟ: NΕΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ



Φωτογραφία: ΘΕΜΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ

O καλός ξενοδόχος

Όταν ζήτησα από την ιδιοκτήτρια του καταλύματος που είχαμε κλείσει για τις καλοκαιρινές μας διακοπές στο Πυργί της Χίου early check-in, αυτό τακτοποιήθηκε χωρίς διαπραγμάτευση. Αρκετές ημέρες πριν από το ταξίδι έστειλε με e-mail τις αναλυτικές προτάσεις και τα tips της για το νησί. Στην κουζίνα του σπιτιού μάς περίμενε κατά την άφιξή μας πρωινό από τον φούρνο του χωριού, ενώ φεύγοντας για την Αθήνα μάς προσφέρθηκε ως δώρο ένα βαζάκι με δάκρυα μαστίχας. Τα παγωμένα σύκα από το περιβόλι έφταναν πεσκέσι σχεδόν καθημερινά και ένα πρωί, με οδηγό τον συμπαθέστατο μπαμπά της ιδιοκτήτριας, οι κόρες μου είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν την τύχη τους στο κέντημα των μαστιχόδεντρων. Όταν μάλιστα κάποια στιγμή επισημάναμε στην υπεύθυνη λειτουργίας της μονάδας πως το wi-fi ήταν ανεπαρκές, το πρόβλημα διευθετήθηκε με αλλαγή router την πρώτη εργάσιμη μέρα από τη στιγμή που το θέσαμε.
Η παροχή υψηλού επιπέδου υπηρεσιών φιλοξενίας είναι μια σκληρή, απαιτητική δουλειά που θέλει εγρήγορση, ταχύτητα, αντανακλαστικά, αποτελεσματικότητα, αλλά κυρίως την ικανότητα να πείσεις τον ταξιδιώτη που επιλέγει το κατάλυμά σου για τη διαμονή του πως είναι τίμιο αυτό που προσφέρεις. Αν πληρώνοντας τον λογαριασμό έχει νιώσει πως τα έκανες όλα αυτά, όχι μόνο έχεις κερδίσει το στοίχημα, αλλά είναι βέβαιο πως, αν οι συνθήκες τού το επιτρέψουν, θα επιστρέψει και του χρόνου. Και αυτή τη φορά ο λόγος δεν θα είναι το νησί, το χωριό, οι παραλίες ή το καλό φαγητό που μπορεί να γεύτηκε, αλλά η εμπειρία διαμονής την οποία στην πράξη τού έδειξες ότι ξέρεις να προσφέρεις.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΝΔΡΑΚΟΥ



Φωτογραφία: ΜΑΝΙΝΑ ΝΤΑΝΟΥ

Με το μωρό στο κάμπινγκ

Πέρασα πρώτη φορά την είσοδο όταν ήμουν 5 χρόνων. Άλλο κάμπινγκ ψάχναμε, δεν το βρίσκαμε, είπε ο μπαμπάς ας μπούμε εδώ για απόψε και βλέπουμε. Είδαμε 36 καλοκαίρια. Φέτος έσβησε κι η κόρη μου εκεί το πρώτο της κεράκι. Το Ρεποντίνα είναι ένα κλασικό οικογενειακό κάμπινγκ στην Κυνουρία, με μόνιμους κατοίκους από τα ’80s. Σε λίγα θυμίζει το κάμπινγκ που έχει κανείς στο μυαλό του – σκηνές στον ήλιο, καφές στο γκαζάκι και τουαλέτα στους θάμνους. Τα τροχόσπιτα διαθέτουν τις ανέσεις ενός εξοχικού, νεροχύτες, ψυγεία, τηλεοράσεις– ο πατέρας μου είχε βάλει και κεραία Nova. Ό,τι κι αν κοτσάρεις όμως σε ένα τροχόσπιτο, η μαγεία τού ότι ζεις 15 μέρες κάτω από ελιές, με μία βουτιά για ξύπνημα και μία για καληνύχτα, δεν χάνεται. Φέτος η μικρή Αγγελική έφαγε το πρώτο της ροδάκινο από τη ροδακινιά που φύτρωσε πριν από 20 χρόνια από τα κουκούτσια που πετούσαμε στο παρτέρι. Την κοίμιζαν κάθε μεσημέρι τα τζιτζίκια. Γνώρισε 20 παιδιά με τα οποία θα μεγαλώσει παρέα, όπως εγώ με τους γονείς τους. Κι αν είναι τυχερή, θα περάσει τόσο ωραία όσο εγώ σε αυτό το κομμάτι γης που εξελίχθηκε στη μόνη σταθερά της ζωής μου. Κάποια πράγματα είναι ωραίο που δεν αλλάζουν.

ΚΕΙΜΕΝΟ: MANINA ΝΤΑΝΟΥ


Το νερό... νεράκι

Είκοσι τρία άτομα μέτρησα στην ουρά φημισμένου παγωτατζίδικου στην Παλιά Πόλη της Κέρκυρας το βράδυ της 18ης Αυγούστου. Βέβαια, δεν περιμέναμε αυτή την ουρά για να καταλάβουμε ότι φέτος το καλοκαίρι το νησί είχε πάρα πολλούς επισκέπτες. Μας πήρε περίπου 30 λεπτά να παρκάρουμε, ακούγαμε τα αεροπλάνα να απογειώνονται και να προσγειώνονται ανά 10 λεπτά και επίσης είχαμε ήδη προσέξει τα αγκυροβολημένα στην άκρη του λιμανιού κρουαζιερόπλοια. Η Κέρκυρα υποδέχτηκε φέτος χιλιάδες επισκέπτες από το εξωτερικό. Πολλοί από αυτούς είχαν έρθει με πακέτο all inclusive, πράγμα που σημαίνει ότι δεν κινήθηκαν αρκετά στο νησί, αλλά παρέμειναν κυρίως εντός των εγκαταστάσεων των ξενοδοχείων τους. Οι υπόλοιποι όμως επισκέπτες, Έλληνες και ξένοι, ανακάλυψαν τις παραλίες, ανέβηκαν στο Παλιό Φρούριο παρά την καλοκαιρινή ζέστη, δοκίμασαν παστιτσάδα και σοφρίτο, άκουσαν τις φιλαρμονικές να παίζουν διασκευές σε σύγχρονα τραγούδια στη Σπιανάδα, σεργιάνισαν στα στενάκια της Παλιάς Πόλης. Μόνο εγώ γκρίνιαζα λίγο για την κίνηση, τους ενίοτε κακούς δρόμους αλλά και για τις εξάδες εμφιαλωμένου νερού που έπρεπε να κουβαλάμε στο σπίτι. Μου έκανε εντύπωση πώς σε ένα νησί περίπου 110.000 κατοίκων και χιλιάδων επισκεπτών δεν έχουν γίνει τα απαραίτητα έργα ώστε να καταστεί πόσιμο το νερό της βρύσης. Παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής, η κυρίαρχη σκέψη ήταν εσωστρεφής, αυτοαναλυτική και –ακόμη– αναπάντητη: είμαι εγώ περίεργη που γκρινιάζω λόγω επαγγέλματος ή «τα αρνητικά» που σπεύδω να επισημάνω σε όποιον τόπο επισκέπτομαι θα έρθει η στιγμή που θα πάψω να τα βλέπω μόνο εγώ; Και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα επηρεάσουν τις αφίξεις επισκεπτών για τις χρονιές που έρχονται;

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΛΙΝΑ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ



Φωτογραφία: ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Κομπολόι αναμνήσεων

Ο ήχος του νερού στη διαδρομή προς τους Καταρράκτες. Το εκκλησάκι της Μεταμόρφωσης, χτισμένο πάνω σε αρχαίους κίονες. Βουτιές στα Καλαδάκια και στα Βοτσαλάκια. Τα χρώματα που έχουν τα βότσαλα στο Ποτάμι· τόσο ζωντανά! Τα πεύκα που ακουμπούν στη θάλασσα στην Τσαμαδού. Η μικρή πλατεία στους Μανωλάτες, κάτω από την κληματαριά. Οι γάτες της πάντα γελαστής Εμμανουέλας πάνω στα κεραμικά της (με μοντέλο τον Άρη). Οι κρεμμυδοντολμάδες της κυρίας Μαρίας στον «Έσπερο», στον Μπάλο. Πριν, το ορεκτικό μας στην ξαπλώστρα: πεταλίδες από τα βράχια, σερβιρισμένες σε βότσαλα, με σαμιώτικο ούζο (Ζαρμπάνη, Φραντζέσκου ή Γιοκαρίνη – δεν έχει σημασία ποιο, όλα είναι υπέροχα). Οι μερακλίδικοι χυμοί του Νίκου στο «Οινοπωλείο» του, στο Καρλόβασι. Καρπουζάδα με βασιλικό και τζίντζερ, στο χέρι, για έναν περίπατο από τα παλιά βυρσοδεψεία μέχρι το λιμάνι την ώρα που δύει ο ήλιος – το ηλιοβασίλεμα που λάτρευε ο Ρίτσος. Κρασάκι και γέλια με την Έρη στον «Διόνυσο». Μια παρτίδα τάβλι στην πλατεία των Κουμεΐκων. Σούρουπο στα Σκουρέικα. Βόλτα στην Πέρα Βρύση με τα πέτρινα πλυσταριά. Νυχτέρι στη βεράντα. Σαλάτα από το μποστάνι («Ρόκα έκοψες;») και σταφύλια από την κληματαριά μας. Στα πόδια μας να παίζει η Ρόζα, γοητευτική γαλή ολίγων μηνών. Θα τη βρούμε, άραγε, του χρόνου; Αναμνήσεις-χάντρες στο κομπολόι του θέρους. Εικόνες από τη δική μου Σάμο, τη λιγότερο τουριστική. Αν τη γνωρίσετε, θα την αγαπήσετε όσο κι εγώ...

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ


Στο «χωριό» μου, στην Ύδρα

«Όποιος πει ότι δεν δουλέψαμε φέτος θα πει ψέματα», μου είπε ο Κωνσταντίνος Λιάπης, μάνατζερ του μπαρ-εστιατορίου Castello στο Καμίνι στην Ύδρα. Το ίδιο πράγμα άκουσα και από πολλούς ντόπιους, ότι φέτος το νησί βούλιαξε από κόσμο. Αυτή ακριβώς την αίσθηση είχα και εγώ στις 10 μέρες που παραθέρισα εκεί. Δεν έκανα ενδελεχή έρευνα, όμως ναι, τα μαγαζιά ήταν γεμάτα, οι παραλίες, τα βράχια το ίδιο, στον γιαλό και στα καλντερίμια τα σούρτα φέρτα ήταν πολλά και στριμωχτά. Πολλοί Γάλλοι και Ιταλοί.
Για τα ξενοδοχεία ακούω τα καλύτερα – προσεγμένοι χώροι, ευγένεια, καλές παροχές και υπηρεσίες. Δεν έχω ιδία άποψη, έχουμε εξοχικό στο νησί. Στο ρούχο και στο κόσμημα έχουν γίνει κάποια βήματα, όμως δεν έχω δει θεαματικές αλλαγές. Στα περί φαγητού τα πράγματα έχουν βελτιωθεί μεν, υπάρχει μεγάλο περιθώριο βελτίωσης δε. Εξηγούμαι: ενώ έχουν ανοίξει καινούργια νόστιμα μαγαζιά, ενώ υπάρχουν καφέ, εστιατόρια και μπαρ προσεγμένα και ταβέρνες παλιές αξιοπρεπείς, δεν έχει ανέβει ιδιαίτερα ο μέσος όρος. Δυστυχώς υπάρχει μέτριο –κάποιες φορές και κακό– φαγητό, προχειροφτιαγμένος καφές και ποτά, άμαθο, απροπόνητο σέρβις. Υπάρχουν, όπως προείπα, και εξαιρέσεις.
Το θέμα είναι να αντιληφθούν το δώρο της αυξημένης τουριστικής κίνησης οι επαγγελματίες του νησιού και να πράξουν τα δέοντα. Η ομορφιά του τόπου και τα ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά δρώμενα είναι εξαιρετικά ελκυστικά στοιχεία, όμως δεν ξέρω αν αρκούν για να συνεχίσουν να φέρνουν κόσμο στην Ύδρα.
Το μόνιμο πρόβλημα πάντως παραμένει το κόστος των θαλάσσιων ταξί: για το πήγαινε-έλα από το Καμίνι προς το λιμάνι –απόσταση 5 λεπτών– θέλεις 24 ευρώ. Και απόδειξη μόνο αν τη ζητήσεις.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΓΓΕΛΟΣ ΡΕΝΤΟΥΛΑΣ

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ