ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Κακή διακυβέρνηση – υψηλά spreads

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ*

Το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να δημιουργήσει πλεονάσματα μέσω μιας ορθολογικής διαχείρισης δημοσίων πόρων γιατί δεν ήθελε να το κάνει. Το πολιτικό κόστος ήταν πάντα ο ανασχετικός παράγοντας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​​ο έλλειμμα αξιοπιστίας και η αδύναμη ώς ανύπαρκτη μεταρρυθμιστική προσπάθεια με τις εκάστοτε παλινωδίες είναι οι βασικοί παράγοντες για τους οποίους η ελληνική οικονομία δεν έχει καταφέρει ακόμη να εξέλθει της οικονομικής κρίσης και σέρνεται μεταξύ αξιολογήσεων και μνημονίων. Πρόσφατα παραδείγματα η αντίδραση και η άρνηση της πλειονότητας των δημοσίων υπαλλήλων να ξεκινήσει η αξιολόγησή τους, κάτι το αυτονόητο για χώρα-μέλος της Ευρωζώνης.

Το έλλειμμα αξιοπιστίας δεν είναι τυχαίο γεγονός που προήλθε ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Αντίθετα, συνδέεται με την κακή ποιότητα διακυβέρνησης της ελληνικής οικονομίας διαχρονικά. Η ποιότητα διακυβέρνησης μπορεί να μετρηθεί με διάφορους δείκτες, όπως, α) λογοδοσία προς τους πολίτες (voice and accountability), β) πολιτική σταθερότητα (political stability), γ) ποιότητα και ανεξαρτησία δημοσίων υπηρεσιών (government effectiveness), δ) αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο κανόνων και πολιτικών φιλικό στον ιδιωτικό τομέα (regulatory quality), ε), εφαρμογή στο γράμμα του νόμου και εμπιστοσύνη των πολιτών στον σεβασμό και προστασία δικαιώματος ιδιοκτησίας (rule of law), ζ) αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαφθοράς (control of corruption). Οι παραπάνω δείκτες είναι διεθνώς αναγνωρισμένοικαι βρίσκουν εφαρμογές σε πολλά πεδία της οικονομικής επιστήμης, καθώς και σε μελέτες διεθνών οργανισμών όπως η Παγκόσμια Τράπεζα.

Σε αυτό το άρθρο θα εστιάσω σε έναν από αυτούς τους δείκτες, την αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαφθοράς. Πρόσφατη ερευνητική μας εργασία βγάζει στην επιφάνεια μια άγνωστη πτυχή της ελληνικής εμπειρίας κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους. Χρησιμοποιώντας δεδομένα από 18 χώρες της Ευρωζώνης μπορούμε να μετρήσουμε οικονομετρικά την επίπτωση στα spreads (διαφορά επιτοκίου δεκαετούς ομολόγου με γερμανικό ομόλογο) δύο βασικών παραγόντων ρίσκου, α) του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ (debt-to-GDP), β) της ποιότητας διακυβέρνησης, μετρήσιμη με τον δείκτη αντιμετώπισης διαφθοράς, και γ) του συνδυασμού των α) και β). Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι από μόνοι τους οι δύο παράγοντες ξεχωριστά έχουν μικρό ώς και ανύπαρκτο αποτύπωμα στο spread μιας χώρας. Ομως, ο συνδυασμός υψηλού χρέους και χαμηλού δείκτη αντιμετώπισης διαφθοράς μπορεί να οδηγήσει σε δραματική αύξηση τα spreads, ακόμα και σε επίπεδα που είναι συμβατά με χρεοκοπία, ό,τι δηλαδή σχεδόν συνέβη με την Ελλάδα σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις, μια πριν από το μεγάλο «κούρεμα» ιδιωτικού χρέους με το PSI, και άλλη μία την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι 2015. Με άλλα λόγια, ο ένας παράγοντας ρίσκου δεν είναι προσθετικός στον άλλο, αλλά πολλαπλασιάζει τον άλλο. Είναι ενδιαφέρον να δούμε πόσο μεγάλο σε όρους spread είναι αυτό το πολλαπλασιαστικό ρίσκο με μερικά απλά παραδείγματα. Ας πάρουμε χώρες όπως η Ισπανία ή το Βέλγιο που είναι περίπου στον μέσο όρο του δείγματος για τον δείκτη αντιμετώπισης διαφθοράς. Σε αυτές τις χώρες, υπολογίζουμε ότι μια αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 30% αυξάνει το spread κατά 1%. Αν όμως πάμε στην Ελλάδα όπου έχει πολύ χαμηλότερο δείκτη αντιμετώπισης διαφθοράς, τότε η ίδια αύξηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά 30% έχει πολύ μεγαλύτερο αρνητικό αποτέλεσμα, καθώς η αύξηση στο spread πλησιάζει το 2%. Αυτή η αύξηση είναι πολύ επιβαρυντικός παράγοντας για μια οικονομία σε περίοδο κρίσης, που η υγεία και ομαλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος, καθώς και οι προσδοκίες για οικονομική ανάκαμψη είναι πολύ αναγκαία συστατικά για την αποκλιμάκωση των επιτοκίων και την παροχή δανείων και ρευστότητας.

Ποιος είναι όμως ο μηχανισμός που δημιουργεί αυτό το πολλαπλασιαστικό ρίσκο στα spreads; Η μελέτη μας αναλύει και εξετάζει ένα μηχανισμό που συνδέεται με την ποιότητα διακυβέρνησης. Οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχρονικά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, έκαναν κακή διαχείριση πόρων και δεν επέδειξαν την πολιτική βούληση να μεταρρυθμίσουν ένα δημόσιο τομέα που παρήγαγε ελλείμματα και κακές υπηρεσίες. Η φοροδιαφυγή γιγαντωνόταν, καθώς οι πολίτες μη βλέποντας ανταπόδοση φόρων αγόραζαν αυτές τις υπηρεσίες από τον ιδιωτικό τομέα. Τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και η κακή συγκυρία από τις μεγάλες ανάγκες αναχρηματοδότησης ομολόγων τα πρώτα χρόνια της κρίσης δημιούργησαν ένα ασφυκτικό δημοσιονομικό κενό. Ομως, οι κάτοχοι των ελληνικών ομολόγων, πράττοντας ορθολογικά, βλέποντας ένα κράτος που δεν μπορεί να παράγει πλεονάσματα, αρνούνταν να καλύψουν το δημοσιονομικό κενό και άρχισαν να ξεφορτώνονται ελληνικά ομόλογα. Ετσι, τα επιτόκια των τελευταίων πήραν την ανιούσα πολύ γρήγορα. Εν ολίγοις, το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να δημιουργήσει πλεονάσματα μέσω μιας ορθολογικής διαχείρισης δημοσίων πόρων γιατί δεν ήθελε να το κάνει. Το πολιτικό κόστος ήταν πάντα ο ανασχετικός παράγοντας.

Αντίθετα, η εμπειρία άλλων χωρών που πέρασαν και βγήκαν από τα μνημόνια ήταν διαφορετική. Η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος κατάφεραν με μια καλή διαχείριση και πειστική εφαρμογή των δημοσιονομικών προγραμμάτων και μεταρρυθμίσεων να βγουν αρκετά νωρίς από τα μνημόνια και να αποκτήσουν πρόσβαση στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Κατάφεραν να μοιράσουν το πολιτικό κόστος της προσαρμογής με κυβερνήσεις συνεργασίας και συνεννόηση στις βασικές οικονομικές πολιτικές.

Η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα αυτών των χωρών. Με μια σοβαρή κυβέρνηση που θα δείξει (και θα εφαρμόσει) α) ενθουσιασμό για μεταρρυθμίσεις στον ιδιωτικό τομέα, β) πυγμή στην καταπολέμηση κακών πρακτικών στη διαχείριση του δημόσιου τομέα και εξυγίανσή του, μπορεί να ανακτήσει αξιοπιστία για να πείσει τους πιστωτές και τους επενδυτές ότι η χώρα θα παράγει πλεονάσματα και πλούτο στο μέλλον.

* Ο κ. Γιάννης Τσουκαλάς είναι καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος οικονομικής επιστήμης Adam Smith Business School Πανεπιστήμιο Γλασκώβης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ