ΚΟΣΜΟΣ

Η επίθεση του Τετ στο Βιετνάμ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ*

Ενα νοτιοβιετναμέζικο τανκ σε δρόμο της Σαϊγκόν μετά την επίθεση των Βιετκόνγκ. Στην πρωτεύουσα επλήγησαν το κτιριακό σύμπλεγμα της αμερικανικής πρεσβείας, το προεδρικό μέγαρο, το γενικό επιτελείο ενόπλων δυνάμεων και άλλες σημαντικές στρατιωτικές βάσεις και κρατικές εγκαταστάσεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Καθώς ο Λίντον Τζόνσον το 1964 εξελέγη πρόεδρος των ΗΠΑ με 61,1%, το υψηλότερο ποσοστό της λαϊκής ψήφου σε ανταγωνιστική προεδρική εκλογή στην αμερικανική ιστορία, η επανεκλογή του το 1968 θεωρείτο πολύ πιθανή. Χαρακτηριστικά, ο Ρόμπερτ Κένεντι, αδελφός του αδικοχαμένου προέδρου Τζον Κένεντι, αποφάσισε στα τέλη του 1967 να μη διεκδικήσει το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος για την προεδρία παρά τα αυξανόμενα εσωτερικά προβλήματα στις ΗΠΑ (ταραχές στα γκέτο, απότομη αύξηση της εγκληματικότητας από το 1965), θεωρώντας ότι ο πρόεδρος Τζόνσον θα τον νικούσε εύκολα σε μια εσωκομματική αναμέτρηση. Η μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο στο Βιετνάμ, ωστόσο, απειλούσε την επανεκλογή του Τζόνσον. Από τις αρχές του 1965 οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις είχαν αναλάβει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του αγώνα του Νότιου Βιετνάμ ενάντια στην εγχώρια εξέγερση των Βιετκόνγκ, που με την άμεση στρατιωτική υποστήριξη του κομμουνιστικού Βόρειου Βιετνάμ επιδίωκαν την κατάλυση του Νότιου Βιετνάμ και την επανένωση της χώρας τους.

Σε τέλμα ο πόλεμος μέσα σε τρία χρόνια

Στα τέλη του 1967 οι αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις στο Νότιο Βιετνάμ είχαν φτάσει σε 500.000 οπλίτες, ενώ η αμερικανική αεροπορία είχε εξαπολύσει μαζικούς βομβαρδισμούς για τρία χρόνια. Παρ’όλα αυτά ο αγώνας των Βιετκόνγκ μαζί με τις δυνάμεις του Βόρειου Βιετνάμ δεν είχε καμφθεί.

Πρώτον, υπήρχε ασυμμετρία κινήτρων: οι Αμερικανοί πολεμούσαν υπέρ ενός μακρινού και ασήμαντου συμμάχου, ενώ οι αντίπαλοί τους για την επανένωση της αρχαίας πατρίδας τους.
Δεύτερον, οι αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις επιδίωκαν να αξιοποιούν στο έπακρο την ανωτερότητά τους σε δύναμη πυρός, που δεν είναι κατάλληλη μέθοδος για την αντιμετώπιση ενός ανταρτοπόλεμου, καθώς προκαλεί πολλές παράπλευρες απώλειες στον άμαχο πληθυσμό.

Τρίτον, οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί αποδείχθηκαν αναποτελεσματικοί ενάντια σε αντάρτες που κινούνταν άφαντοι μέσα σε ζούγκλες. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο εσωτερικό των ΗΠΑ είχε φουντώσει μεν το αντιπολεμικό κίνημα κυρίως μεταξύ των φοιτητών, που δεν ήθελαν να αναγκαστούν λόγω υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας να πολεμήσουν σε έναν πόλεμο τον οποίο θεωρούσαν άδικο και ιμπεριαλιστικό. Οι περισσότεροι Αμερικανοί ωστόσο επέκριναν τον Τζόνσον όχι για την εμπλοκή στο Βιετνάμ, αλλά γιατί δεν την έφερνε σε νικηφόρο έκβαση. Οσο πλησίαζε το εκλογικό έτος 1968, τόσο αυξανόταν η ανυπομονησία του Τζόνσον για το τέλμα στο Βιετνάμ. Ο Τεξανός πρόεδρος δεν μπορούσε να καταλάβει πώς, μετά τρία χρόνια αυξανόμενης χρήσης ένοπλης ισχύος από την ισχυρότερη δύναμη της εποχής, δεν είχε συντριβεί ο τριτοκοσμικός αντίπαλός της. Στα τέλη του 1967 κάλεσε τον Αμερικανό ανώτατο διοικητή στο Νότιο Βιετνάμ στρατηγό Ουεστμόρλαντ στην Ουάσιγκτον για να κάνει τη διαβόητη δήλωση, ότι «υπάρχει φως στο τέλος του τούνελ». Η δήλωση εξέφραζε περισσότερο τους ευσεβείς πόθους της αμερικανικής ηγεσίας παρά την πραγματικότητα. Αύξησε πάντως πρόσκαιρα τη δημοτικότητα του Τζόνσον.

Η μεγαλύτερη επιχείρηση της κομμουνιστικής πλευράς

Στις 31 Ιανουαρίου 1968 κατά τη βιετναμέζικη πρωτοχρονιά –«Τετ»– η κομμουνιστική πλευρά εξαπέλυσε τη μεγαλύτερη επίθεσή της στη μέχρι τότε πορεία του πολέμου. Η επίθεση έπληξε 36 από τις 44 πρωτεύουσες νομών, 64 κέντρα μικρότερων διοικητικών υποδιαιρέσεων (το ένα τρίτο της χώρας) και πέντε από τις έξι μεγαλύτερες πόλεις του Νότιου Βιετνάμ. Στη Σαϊγκόν επλήγησαν το κτιριακό σύμπλεγμα της αμερικανικής πρεσβείας, το προεδρικό μέγαρο του Νότιου Βιετνάμ, το γενικό επιτελείο ενόπλων δυνάμεων του Νότιου Βιετνάμ και άλλες σημαντικές στρατιωτικές βάσεις και κρατικές εγκαταστάσεις. Η διοίκηση του στρατηγού Ουεστμόρλαντ εκτίμησε ότι το Βόρειο Βιετνάμ χρησιμοποίησε για την επίθεση μεταξύ 20 και 35% του στρατού του.

Μεγάλες απώλειες

Από στρατιωτικής πλευράς η επίθεση Τετ ήταν αποτυχημένη. Καθώς επιδίωξε να μεγιστοποιήσει τους επιχειρησιακούς στόχους της πλήττοντας πολλά σημεία σε όλη τη χώρα ταυτόχρονα, επέφερε την αραίωση των κομμουνιστικών δυνάμεων, που ως εκ τούτου υστερούσαν ποσοτικά σε κάθε τόπο, αντιβαίνοντας την αρχή του πολέμου περί της συγκέντρωσης δυνάμεων. Επιπλέον, η επίθεση μεγάλης κλίμακας έφερε τις κομμουνιστικές δυνάμεις σε ανοικτή σύγκρουση με τους αντιπάλους τους, όπου η συντριπτική αμερικανική υπεροπλία μπορούσε επιτέλους να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά. Ως εκ τούτου, η κομμουνιστική πλευρά είχε μεγάλες απώλειες, που στις πρώτες δύο εβδομάδες έφτασαν τους 30.000 νεκρούς και στη συνέχεια διπλασιάστηκαν. Ιδιαίτερα βαριές ήταν οι απώλειες για τους Βιετκόνγκ, που δεν κατόρθωσαν να αναπτύξουν ξανά τις δυνάμεις τους στα πριν από την επίθεση Τετ επίπεδα. Οι ΗΠΑ σε αντιδιαστολή έχασαν στις πρώτες δύο εβδομάδες περίπου 1.500 οπλίτες και στο πρώτο δίμηνο συνολικά 4.000. Ο στρατός του Νότιου Βιετνάμ έχασε 5.000 στο δίμηνο.

Η επίθεση Τετ απέτυχε επίσης να προκαλέσει γενική εξέγερση του πληθυσμού του Νότιου Βιετνάμ και την ανατροπή του καθεστώτος του Νότιου Βιετνάμ. Είχε όμως ανέλπιστα μεγάλη επιτυχία όσον αφορά τις συνέπειές της στο εσωτερικό μέτωπο των ΗΠΑ. Επειτα από τρία χρόνια αεροπορικών βομβαρδισμών, έπειτα από την αποστολή στρατού μισού εκατομμυρίου και έπειτα από τις διαβεβαιώσεις της ηγεσίας του για το «φως στο τέλος του τούνελ», το αμερικανικό κοινό παρακολούθησε κατάπληκτο ζωντανά στην τηλεόραση τις οδομαχίες δίπλα στο κτιριακό σύμπλεγμα της αμερικανικής πρεσβείας. Οχι μόνο ο εχθρός δεν βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, αλλά αντίθετα ήταν σε θέση να εξαπολύσει τη μεγαλύτερη επίθεσή του.

Οργή στην αμερικανική κοινή γνώμη

Ενα πανίσχυρο αίσθημα παραπλάνησης και εξαπάτησης κυρίευσε τους Αμερικανούς και σαν τεράστιο κύμα σάρωσε την προεδρία Τζόνσον. Ηταν περίπου αδύνατον για τον πρόεδρο να παρουσιάσει την επίθεση Τετ ως στρατιωτική νίκη των ΗΠΑ και του Νότιου Βιετνάμ, όπως όντως ήταν, ώστε να ζητήσει νέες θυσίες και προσπάθειες ενάντια στον αποδυναμωμένο αντίπαλο. Ο λόγος του δεν είχε πλέον αξιοπιστία.

Τηλεοπτικό διάγγελμα

Στις 31 Μαρτίου 1968 σε τηλεοπτικό διάγγελμα στον αμερικανικό λαό, ο Τζόνσον έκανε μία από τις πιο δραματικές κινήσεις στην πρόσφατη αμερικανική ιστορία, δηλώνοντας ότι «δεν θα επιδιώξω και δεν θα αποδεχθώ το χρίσμα του κόμματός μου για άλλη μια θητεία ως πρόεδρός σας».

Η απόσυρση του Τζόνσον από τις εκλογές του 1968 μετέτρεψε την επίθεση Τετ σε λαμπρή νίκη του ηγέτη του Βόρειου Βιετνάμ, Χο Τσι Μινχ. Εχοντας ουσιαστικά επιφέρει την πολιτική κατάρρευση του ισχυρότερου ηγέτη στον κόσμο, που μάλιστα είχε εκλεγεί λίγα χρόνια νωρίτερα με το υψηλότερο ποσοστό της ψήφου στην αμερικανική ιστορία, το Βόρειο Βιετνάμ κατήγαγε ιστορική νίκη στο κέντρο βάρους του αντιπάλου του, που ήταν η αμερικανική κοινωνία. Ο κλονισμός του εσωτερικού μετώπου των ΗΠΑ ενδυνάμωσε τη θέληση του Βόρειου Βιετνάμ να επιμείνει στον αγώνα του μέχρι την πλήρη νίκη του υπομένοντας τις συνεπαγόμενες θυσίες. Το «φως στο τέλος του τούνελ» ήταν πλέον ορατό για την κομμουνιστική πλευρά, αποδυναμώνοντας τα κίνητρά της να δεχθεί την όποια συμβιβαστική λύση.

* Ο κ. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ