«Εδώ βρίσκουμε το ψυγείο μας γεμάτο»
Αντώνης Αφοξενίδης – Παναγιώτης Κυρτόπουλος

Ο Παναγιώτης Κυρτόπουλος ίδρυσε το 2016, μαζί με τον Αντώνη Αφοξενίδη, την εταιρεία Kronos Fencing. Η δουλειά τους είναι να κατασκευάζουν και να τοποθετούν ξύλινους φράχτες στα σπίτια στην Αυστραλία. «Οι Αυστραλοί δεν κάθονται ποτέ στην μπροστινή αυλή. Προτιμούν την πίσω, γιατί θέλουν να έχουν τον δικό τους ιδιωτικό χώρο», σημειώνει ο Παναγιώτης, 52 ετών σήμερα. Η καινούργια του επιχείρηση δεν διαφέρει πολύ από την προηγούμενή του, που ήταν κατασκευή επίπλων. «Το 2012 έφυγα από την Ελλάδα. Δεν υπήρχαν δουλειές. Όσοι δεν μπορούσαμε να αντεπεξέλθουμε πήραμε τον δρόμο της ξενιτιάς», δηλώνει. Η νέα του σύζυγος, Λίζα, μια Κύπρια-Αυστραλέζα, έχει αναλάβει το κομμάτι... της επικοινωνίας. Δυστυχώς ο Παναγιώτης και ο συνέταιρός του δεν μιλούν ακόμη καλά αγγλικά. «Στην αρχή συνεννοούμασταν με νοήματα. Τώρα απευθυνόμαστε περισσότερο σε  Έλληνες». 

Η πρώτη εργασία του Παναγιώτη ήταν να φτιάχνει έπιπλα για τροχόσπιτα, μετά δούλεψε σε ένα εργοστάσιο που κατασκευάζει ντουλάπια και πάγκους για την κουζίνα. Σε αυτή τη δουλειά γνώρισε και τον μελλοντικό του συνέταιρο. Ο Αντώνης, 56 ετών, που ήταν τραπεζικός, είχε δουλέψει σε άλλη εταιρεία περίφραξης σπιτιών και είχε αποκτήσει το απαραίτητο know how. «H επιχείρηση δεν χρειαζόταν κεφάλαιο. Στην αρχή είχαμε δανεικό αυτοκίνητο και εργαλεία. Σήμερα διαθέτουμε δύο αυτοκίνητα δικά μας και διπλά και τριπλά εργαλεία! Υπάρχει ανταγωνισμός στο επάγγελμά μας, αλλά η Μελβούρνη βρίσκεται σε περίοδο τρομερής ανοικοδόμησης. Εταιρείες αγοράζουν φάρμες και τις μετατρέπουν σε ολόκληρα χωριά! Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι εύκολη δουλειά. Πρέπει να κάνεις τρύπες στο χώμα και να κουβαλάς ξύλα όλη μέρα. Έχει κούραση». 

Ο Παναγιώτης δεν έχει αποκτήσει ακόμη την υπηκοότητα. «Ο αυστραλιανός τρόπος ζωής δεν συγκρίνεται με τον ελληνικό, αλλά εδώ τουλάχιστον θα γυρίσεις σπίτι και θα βρεις ντουλάπι και ψυγείο γεμάτο. Η Ελλάδα είναι καλή μόνο για διακοπές. Δεν σκέφτομαι καν να επιστρέψω». 

 

«Δεν φοβάμαι ότι θα μείνω χωρίς δουλειά»
Απόστολος Οικονομίδης 

Ο Απόστολος Οικονομίδης εργαζόταν για χρόνια σε υπόγειες στοές, σε μεταλλωρυχείο, και κατόπιν ως οικοδόμος σε κατασκευαστικές εταιρείες στη Θεσσαλονίκη. Το 2010 ο ξάδερφός του Πατ Οικονομίδης, που έχει εταιρεία αρχιτεκτονικής στη Μελβούρνη, του έκανε πρόσκληση εργασίας. Η επαγγελματική του βίζα, γνωστή ως 457, δεν αρκούσε. «Για να γίνεις μόνιμος κάτοικος στην Αυστραλία, πρέπει να είσαι κάτω των πενήντα. Κι εγώ ήρθα εδώ σε ηλικία 52 ετών. Μια δικηγόρος ειδική σε θέματα μετανάστευσης μου πρότεινε να κάνω αίτηση επαναπατρισμού».
Το 1966 η οικογένειά του είχε μεταναστεύσει στη Μελβούρνη. Ο Απόστολος τότε πήγαινε Δημοτικό. Όμως το 1972 οι γονείς του αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, χωρίς όμως να αποκτήσουν την αυστραλιανή υπηκοότητα. Ύστερα από 38 χρόνια ο Απόστολος επέστρεψε στην Αυστραλία για να τη διεκδικήσει. Κι έπειτα από μεγάλη προσπάθεια την κέρδισε. 

Σήμερα, στα 59 του χρόνια, ζει στη Μελβούρνη μαζί με τη γυναίκα του και τους δύο γιους τους (η κόρη του παρέμεινε στην Ελλάδα). Στην αίτηση που έκανε ο Απόστολος μέτρησε το γεγονός ότι ήταν σύμβουλος δασοπυρκαγιάς (σπούδασε το αντικείμενο στο Πανεπιστήμιο του Δυτικού Σίδνεϊ). Η αυστραλιανή κυβέρνηση δίνει μεγάλη σημασία σε προγράμματα δασοπυρόσβεσης, γιατί το 2009 είχε προκληθεί μια σειρά από πυρκαγιές στην πολιτεία της Βικτώριας, με αποτέλεσμα να πεθάνουν 173 άτομα και να καούν 2.000 σπίτια. 

Η δουλειά του είναι να συμβουλεύει τους ανθρώπους που ζουν κοντά σε δάσος με τι τρόπο να χτίσουν τα σπίτια τους και γενικά τι πρέπει να κάνουν προκειμένου να έχουν την καλύτερη δυνατή πυροπροστασία. Σήμερα ο Απόστολος βγάζει περισσότερα από 100.000 δολάρια τον χρόνο. «Δεν γλιτώνεις την εφορία, αλλά ξέρετε κάτι, χαλάλι, γιατί το αυστραλιανό κράτος προσφέρει πολλά στον πολίτη». Του λείπει η Ελλάδα; «Μόνο η κόρη μου και η εγγονή μου. Στην Αυστραλία δεν έχω πια αυτό το άγχος ότι θα μείνω χωρίς δουλειά». Το 2015 ορκίστηκε Αυστραλός. «Το γιόρτασα πραγματικά, σαν να ξαναγεννήθηκα».

 

«Πρέπει να έχεις τρομερή οργάνωση»
 Γιώργος Αναγνωστούδης 

Ο Γιώργος Αναγνωστούδης έφυγε από την Ελλάδα το 2011, τον πρώτο χρόνο της κρίσης. Ήταν 24 ετών. «Είχα το δικό μου συνεργείο αυτοκινήτων, αλλά η δουλειά είχε πέσει». Όταν έφτασε στη Μελβούρνη, δεν μιλούσε τη γλώσσα. «Πήγα σε σχολείο αγγλικών και μετά αναζήτησα εργασία σε περιβάλλον όπου δεν δουλεύουν Έλληνες, για να τη μάθω καλύτερα», λέει ο ίδιος, που όπως πολλοί άλλοι μετανάστες επέστρεψε στα θρανία για να αποκτήσει τη φοιτητική βίζα, που θα του εξασφάλιζε την παραμονή του στη χώρα. «Πήρα δύο πτυχία στον κλάδο μου. Η πρώτη μου εργασία ήταν σε συνεργείο τροχών (βουλκανιζατέρ) και μετά άλλαζα συχνά δουλειές, προσπαθώντας να καταλάβω πώς λειτουργεί η αγορά, ώστε να μειώσω πιθανά λάθη στη δική μου επιχείρηση».

Πριν από έναν χρόνο άνοιξε την Alpha Mobile Mechanics, ένα κινητό συνεργείο αυτοκινήτων! «Παρατήρησα ότι οι άνθρωποι της πόλης δυσκολεύονται να βρουν χρόνο να επισκευάσουν ή να κάνουν σέρβις στο όχημά τους. Είπαμε να το κάνουμε όσο πιο εύκολο γίνεται για τον πελάτη. Να πηγαίνουμε εμείς σ’ εκείνον αντί να έρχεται αυτός σ’ εμάς». Πώς γίνεται να χωράει ένα ολόκληρο συνεργείο σε βαν; «Ήταν μεγάλη πρόκληση. Πρέπει να έχεις τρομερή οργάνωση. Πάντως γύρω στο 98% των εργασιών μπορεί να γίνει στον δρόμο ή στην αυλή του σπιτιού. Μόνο αλλαγή κινητήρα δεν είναι εφικτή. Τα πρώτα χρόνια εξυπηρετούσα κυρίως φίλους και γνωστούς. Χωρίς να κάνω καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια, το πελατολόγιό μου αυξήθηκε». 

Η εργασία του δεν είναι εύκολη. «Ξαπλώνεις συνέχεια χάμω και είσαι όλη μέρα στους δρόμους για την αγορά ανταλλακτικών». Όταν ίδρυσε την επιχείρησή του, ο Παναγιώτης έκανε... πρόσκληση στον εαυτό του για να δουλέψει – με τη βίζα εργασίας μπορείς να αποκτήσεις τη μονιμότητα. «Δεν είναι καθόλου εύκολη διαδικασία. Πρέπει να έχεις καλό δικηγόρο». Πώς φάνηκε η ιδέα της επιχείρησής του στους Αυστραλούς; «Δεν έπεσαν από τα σύννεφα. Είναι συνηθισμένοι στα νέα επιχειρηματικά μοντέλα. Υπάρχουν παραπλήσια επαγγέλματα εδώ, όπως κινητό καφέ και εστιατόριο».

 

«Σανίδα σωτηρίας η μετανάστευση»
Χρήστος Υφαντής

Πριν φτάσει στη Μελβούρνη, ο 36χρονος σήμερα Χρήστος Υφαντής διατηρούσε επί δέκα χρόνια ένα εργοστάσιο που κατασκεύαζε πόρτες και παράθυρα από αλουμίνιο. «Ενώ είχα δουλειά, δεν είχα κέρδος. Έχανα χρήματα από ακάλυπτες επιταγές. Δεν γνώριζα κανέναν στην Αυστραλία, αλλά θεώρησα σανίδα σωτηρίας τη μετανάστευση», τονίζει. Όταν ο Χρήστος πήρε το αεροπλάνο για την Ωκεανία, η γυναίκα του ήταν οκτώ μηνών έγκυος, ενώ είχε και μία κόρη ενός έτους. Έφυγε μόνος. 

«Μεσολάβησε ενάμισης χρόνος χωρίς την οικογένειά μου. Αυτό ήταν το πιο σκληρό. Πίστευα ότι θα κάνω ταξίδι αστραπής, για να συλλέξω πληροφορίες. Τελικά στάθηκε αδύνατον να φύγω». Τα πρώτα τέσσερα χρόνια εργαζόταν σε άλλες εταιρείες, αλλά το όνειρό του ήταν να δημιουργήσει μια δική του επιχείρηση. Έτσι πέρυσι εγκαινίασε το δικό του εργοστάσιο με συστήματα αλουμινίου. «Αγόρασα τα μηχανήματα, νοίκιασα το κτίριο. Ευτυχώς υπήρχε η τεχνογνωσία. Δεν ήταν δύσκολο να ανοίξω την εταιρεία ούτε να προσεγγίσω τους πελάτες. Έχω καταφέρει πια να έχω καθημερινή δουλειά, και αυτό είναι σημαντικό. Κατασκευάζω κυρίως για ακριβά σπίτια», λέει. 

Θα γίνει μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας τον επόμενο χρόνο. Πήρε τη σωστή απόφαση να φύγει από τη χώρα του; «Θεωρώ πως ναι. Για άτομα που θέλουν να πετύχουν κάτι περισσότερο στη ζωή τους, η Ελλάδα αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να τους το προσφέρει. Η προσπάθεια ανταμείβεται στην Αυστραλία. Βλέπω αισιόδοξο το μέλλον μας». 

 

«Το κράτος ασχολείται πραγματικά με τον πολίτη»
Κώστας Κιουμουρτζής

Η περίπτωση του Κώστα Κιουμουρτζή είναι διαφορετική. Ζούσε στην Καβάλα και ασκούσε το επάγγελμα του σχολικού ψυχολόγου. Επιδίωξε να πάει στην Αυστραλία και έπεισε τη σύζυγό του, εκπαιδευτικό στο επάγγελμα, να πάρει απόσπαση από το ελληνικό Δημόσιο και να διδάξει για τρία χρόνια σε ελληνικά σχολεία της Μελβούρνης. Σήμερα, 43 ετών, είναι μέλος της Ένωσης Αυστραλών Ψυχολόγων και εργάζεται σε μια ψυχιατρική εταιρεία κάνοντας οικογενειακή θεραπεία. Παράλληλα προσφέρει τις υπηρεσίες του ως ψυχοθεραπευτής στην Ελληνική Πρόνοια της Μελβούρνης, έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που βοηθάει ελληνικές οικογένειες. 

«Είχαν μειωθεί οι μισθοί στην Ελλάδα και από την άλλη θέλαμε να γνωρίσουμε άλλα πράγματα, να εξελιχθούμε σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο». Το ζευγάρι έφτασε στην Αυστραλία, μαζί με τον γιο τους Δημήτρη, το 2016. «Στα επόμενα χρόνια θα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα παραμείνουμε εδώ ή όχι. Έχοντας ζήσει στην επαρχία, όπου οι ρυθμοί είναι πιο χαλαροί, δεν είμαστε σίγουροι αν προτιμάμε τη ζωή μιας μεγαλούπολης. Το πιο πιθανό είναι να γυρίσουμε πίσω», εκμυστηρεύεται. 

«Η Αυστραλία παρέχει πολλά προγράμματα πρόνοιας, ξεκινώντας από το παιδί και φτάνοντας μέχρι τον ηλικιωμένο. Δεν υπάρχουν τέτοια αντίστοιχα προγράμματα στην Ελλάδα. Για να είναι κάποιος άστεγος εδώ, θα πρέπει να είναι από άποψη. Φαίνεται ότι το κράτος έχει ασχοληθεί πραγματικά με τον πολίτη. Θα μπορούσα να προσφέρω πολλά εδώ, υπάρχουν ευκαιρίες, αλλά εδώ η ζωή αισθάνομαι ότι περνάει χωρίς να την καταλαβαίνεις. Στην Καβάλα είχαμε χρόνο για την οικογένειά μας, για τους φίλους μας. Στη Μελβούρνη όλοι τρέχουν». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ