ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΤΙΝΙΔΗΣ*

Βραβεία κακοπιστίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το αγαπημένο όπλο των ηλίθιων είναι η κακοπιστία
Jean Dutourd

Μ​​εταξύ των Emmys, που ήδη δόθηκαν, και των Oscars, προσεχώς, μπορούν ίσως να θεσπιστούν κάποια βραβεία κακοπιστίας, εδώ, στα οποία η Αριστερά θα θριάμβευε μεγαλοπρεπώς.

Ενα από τα πρώτα θα διεκδικούσαν, σίγουρα, οι ερμηνείες της δήλωσης του κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ. «Δεν τρέφω αυταπάτες για μια κοινωνία χωρίς ανισότητες, κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην ανθρώπινη φύση και όσοι το επιχείρησαν καταστρατήγησαν, τελικά, την ίδια τη δημοκρατία και τα ατομικά δικαιώματα». Τι πιο προφανές; Ανάλογα με τη μόρφωση, την εργατικότητα ή άλλα προσόντα, τα μέλη κάθε κοινωνίας διεκδικούν επαγγελματική διάκριση, υψηλές αμοιβές και αφθονία ερωτικών κατακτήσεων. Ο καθένας για τον εαυτό του. Πώς αλλιώς; Ολο το ζήτημα είναι οι ανισότητες που θα προκύπτουν, αναπόφευκτα, να οφείλονται στα προσόντα όσων απολαμβάνουν καλύτερες συνθήκες ζωής, όχι σε νεποτισμούς ή λοβιτούρες.

Να ερμηνευθεί η παραπάνω προφανής άποψη ως: «η κοινωνική ισότητα είναι αντίθετη στην ανθρώπινη φύση», μόνο σε κουτοπονηριά και κακοπιστία μπορεί να αποδοθεί. Κακοπιστία που ισχυρίζεται, στη συνέχεια, ότι: «αυτό μας πάει πριν τη Γαλλική Επανάσταση, σε κοινωνίες χωρίς ισονομία», όπως εξήγησε ο κ. Πουλάκης. Λες και η αναγνώριση της «κοινωνικής ανισότητας» σημαίνει επιστροφή στην εποχή όπου ο νόμος δίκαζε ανάλογα με την καταγωγή, όχι ανάλογα με το αδίκημα. (Οπως όταν η Μεγάλη Αικατερίνη τιμώρησε με δέκα μέρες νηστείας κάποια κυρία επί των τιμών, η οποία μαστίγωσε μέχρι θανάτου μια υπηρέτρια.) Ακόμη χειρότερα, το ΚΚΕ έκρινε την άποψη Μητσοτάκη ως «βγαλμένη από εγχειρίδια του Μένγκελε»! Λες και η αναγνώριση της «κοινωνικής ανισότητας» ταυτίζεται με θεωρίες περί φυλετικής ανισότητας και άρα με αποδοχή των φρικτών πειραμάτων του Γιόζεφ Μένγκελε, για την «επιστημονική» απόδειξη της κατωτερότητας των Εβραίων ή των Αθιγγάνων που ο γιατρός των Ες-Ες δολοφονούσε μαζικά στο Αουσβιτς.

Φυσικά, όσοι προσβλέπουν σε μια κομμουνιστική κοινωνία όπου οι πάντες θα έχουν τον ίδιο μισθό, ανεξαρτήτως ποιότητας ή ποσότητας εργασίας, και, κυρίως, θα δείχνουν την ίδια λατρεία προς το μοναδικό κόμμα, με κάθε αντιφρονούντα να στέλνεται σε Γκούλαγκ, ευλόγως κατακρίνουν οποιονδήποτε συμβιβασμό με την «κοινωνική ανισότητα». Ολοι ίσοι, εκτός από μερικούς που θα είναι «πιο ίσοι» από τους άλλους. Κι όταν «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», αλίμονο σε όποιους δεν συμπεριλαμβάνονται στους εργάτες. Η εργατική «ισότητα» θα τους αντιμετωπίζει πολύ χειρότερα από κάθε αστική «ανισότητα».

Σε πολύ καλή σειρά βραβείων κακοπιστίας θα βρεθεί, επίσης, η ρητορική των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ όταν αρνούνται ότι ψηφίζουν με γνώμονα να μη «χάσουν τις καρέκλες τους». Φτάνουν ενίοτε να ομολογούν κάτι σαν: «ήμασταν αριστεροί για να κερδίσουμε τις εκλογές, γίναμε δεξιοί για να κρατήσουμε την εξουσία», καλύπτοντάς το όμως με αφόρητη κακοπιστία. «Κατηγορούν εμάς ως κολλημένους στην καρέκλα, αυτοί οι πορφυρογέννητοι, που για δεκαετίες υπήρξαν βουλευτές, κι όταν το παιδί του φτωχού βιοπαλαιστή γίνεται βουλευτής για πρώτη φορά, το κατηγορούν κολλημένο στην καρέκλα στα μόλις δυο χρόνια της θητείας του», σπάραζε πριν από λίγο καιρό από το βήμα της Βουλής ο κ. Τριανταφυλλίδης, με τον μονίμως διαπρύσιο τόνο φωνής. Διάφοροι ήδη πλούσιοι πλούτισαν κι άλλο, ως βουλευτές, και τώρα μέμφονται τα παιδιά του λαού που αρχίζουν επιτέλους να πλουτίζουν κι αυτά, υποστήριζε κατ’ ουσίαν ο σπαραγμός του, χωρίς συνείδηση του πόσο η κακοπιστία γινόταν πλέον αδιαντροπιά.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλοί μέτριοι γιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί ή γόνοι άλλων βουλευτών αναδείχθηκαν σε βουλευτές, προ δεκαετιών, και έμειναν να απολαμβάνουν τα προνόμια του αξιώματος, δίχως να συνεισφέρουν ιδιαίτερα στη διαμόρφωση μιας δημοκρατικής κι αξιοκρατικής κοινωνίας. (Απόδειξη η άμεση, με την οικονομική κρίση, εμφάνιση ενός 10% έτοιμου να νοσταλγήσει τη χούντα του 1967-74, δίπλα σ’ ένα άλλο 10% που ποτέ δεν είχε πάψει να νοσταλγεί τα σοβιέτ.) Ωστόσο, τέτοια σωρεία μοχθηρών κι ανίκανων από διάφορα επαγγέλματα, που επί χρόνια καλλώπιζαν με «κινηματική δράση» την ασχετοσύνη ή την ακηδία τους, δεν νομίζω να αντιπροσωπεύτηκε ποτέ άλλοτε σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με την κακοπιστία να θριαμβεύει συνεχώς. Από τότε που άρχισαν να πουλούν υπερήφανη απόρριψη των Δυτικών, ενώ ταυτόχρονα τους εξεβίαζαν χωρίς να το εννοούν και τους εκλιπαρούσαν χωρίς να το δείχνουν.

Αυτούς προσποιούνται και πάλι ότι στέλνουν «στα τσακίδια», με την κατάρα «να μη στεριώσουν πουθενά». Οχι από προσδοκία κατάρρευσης του παγκόσμιου καπιταλισμού, αλλά από γνήσια μοχθηρία. Οπως κι όταν χαρακτηρίζεις τον ΕΝΦΙΑ «απολύτως άδικο φόρο», μα για να δικαιώσεις τη διατήρησή του διατυπώνεις τη μοχθηρή και κακόπιστη γενίκευση: «διότι αυτοί που έχουν μεγάλες περιουσίες κάπως τις έκαναν». Αρα όλοι οι πλούσιοι έκλεψαν για να γίνουν πλούσιοι, κι ας δημεύσουμε τις περιουσίες τους μέσω φόρων.

Τελικά, το να είσαι αντικομμουνιστής στην Ελλάδα μέχρι το 1974 σήμαινε, μοιραία, να εγκρίνεις τους ελέγχους κοινωνικών φρονημάτων, τις διώξεις, τις εξορίες και τις εκτελέσεις κομμουνιστών, στις οποίες επιδιδόταν το κράτος της Δεξιάς κατά την περίοδο μετά τον Εμφύλιο και στη διάρκεια της χούντας. Μετά το 1974, όμως, η ταύτιση του αντικομμουνισμού με την πλήρη αναλγησία απέναντι στη φτώχεια και την εκμετάλλευση είναι από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ελληνικής Αριστεράς. Το διαχρονικό αριστούργημα της κακοπιστίας της.

* Ο κ. Πέτρος Μαρτινίδης είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ