ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πληθώρα ομολόγων για τον ιδιωτικό τομέα

JAMIE MCGEEVER / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως προετοιμάζονται να περιορίσουν τα προγράμματα αναθέρμανσης της οικονομίας που είχαν εφαρμόσει ως απάντηση στη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση. Ενόσω θα συμβαίνει αυτό, εκτιμάται ότι θα αρχίσει να παρατηρείται αύξηση στις αποδόσεις των ομολόγων. Οσοι αγοράζουν αυτά τα ομόλογα ως ύστατο επενδυτικό καταφύγιο, ή και ως πρώτο, στην πραγματικότητα θα αποσύρονται από την εν λόγω αγορά. Τουλάχιστον αυτά ισχύουν σε επίπεδο οικονομικής θεωρίας, αν και εφόσον το τοπίο αλλάξει.

Και αυτό γιατί ύστερα από απουσία δέκα ετών από την ομολογιακή αγορά ετοιμάζονται να επανακάμψουν οι θεσμικοί επενδυτές και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια. Οσον αφορά τους ισολογισμούς της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Τράπεζας της Αγγλίας και της Τράπεζας της Ιαπωνίας, συνολικά φθάνουν τα 14 τρισ. δολάρια. Από αυτά περίπου τα 10 τρισ. δολάρια αφορούν συμβατικά κρατικά ομόλογα.

Προτού ξεσπάσει η κρίση, η Fed και η Τράπεζα της Ιαπωνίας μόλις και μετά βίας διατηρούσαν στο χαρτοφυλάκιό τους 1 τρισ. δολάρια σε κρατικά ομόλογα. Αν πρόκειται να διαμορφωθούν και πάλι συνθήκες ανάλογες με εκείνες πριν από την κρίση, τότε υπάρχει πληθώρα ομολόγων που μπορεί να απορροφήσει ο ιδιωτικός τομέας. «Οπως δείχνουν τα πράγματα, η αγορά μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά την αναδίπλωση των τραπεζών ως προς την πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης», επισημαίνει ο Μπραντ Σέτσερ, ανώτατος ερευνητής του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων στην Ουάσιγκτον και πρώην οικονομολόγος στο υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. «Κι αυτό θα συμβεί εν μέρει διότι η αγορά προσδοκά ότι ώς έναν βαθμό η περιστολή των ισολογισμών των κεντρικών τραπεζών θα αντικαταστήσει την επιθετική αύξηση των επιτοκίων». Βάσει στοιχείων που συγκέντρωσε ο Τόρστερ Σλοκ, ανώτατος οικονομολόγος της Deutsche Bank, αποδεικνύεται ότι Αμερικανοί επενδυτές ξεπούλησαν μαζικά ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα όταν η ΕΚΤ άρχισε να κάνει τις δικές της αγορές τίτλων.

Οπότε, παρά το γεγονός ότι η πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης έχει οδηγήσει τις αποδόσεις των ομολόγων στα χαμηλότερα επίπεδα της ιστορίας τους, οι ιδιώτες και οι θεσμικοί επενδυτές είναι έτοιμοι να εισέλθουν στην αγορά. Το μόνο ερώτημα που ανακύπτει πλέον αφορά το τίμημα αυτής της εισόδου.

Ειδικά τα συνταξιοδοτικά και τα ασφαλιστικά ταμεία θα πρέπει να συσχετίσουν περιουσιακά στοιχεία και οικονομικές εκκρεμότητες. Η προσέγγισή τους όσον αφορά τις επενδυτικές τους επιλογές είναι περισσότερο μακροπρόθεσμη και συντηρητική, οπότε τα κρατικά ομόλογα πληρούν τα κριτήριά τους. Παραδοσιακά, τα ομόλογα θεωρούνται από τα ασφαλέστερα περιουσιακά στοιχεία και εύκολα ρευστοποιήσιμα. Τα συνταξιοδοτικά και ασφαλιστικά ταμεία, οι εγχώριες και διεθνούς βεληνεκούς τράπεζες, τα νοικοκυριά και άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διατηρούν μειωμένα μερίδια στην αγορά κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ, της Ευρωζώνης, της Ιαπωνίας και της Αγγλίας. Πάντως, διαπιστώνονται και διαφορές από τη μία περιφέρεια στην άλλη. Λόγου χάρη, στις Ηνωμένες Πολιτείες η Ομοσπονδιακή Τράπεζα ανέκαθεν διατηρούσε μεγάλο μέρος των κρατικών ομολόγων στον ισολογισμό της. Στην πραγματικότητα, σήμερα η συμμετοχή της είναι μικρότερη από την αντίστοιχη προ κρίσης. Στην Ευρωζώνη, η εικόνα αλλάζει, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διαθέτει αυτήν τη στιγμή στο χαρτοφυλάκιό της ομόλογα των κρατών της Ευρωζώνης αξίας 2 τρισ. ευρώ ή σχεδόν όσο το 25% του χρέους της Ευρωζώνης. Το 2007, δηλαδή πριν ξεσπάσει η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, η ΕΚΤ διέθετε τίτλους 300 δισ. ευρώ. Τέλος, η Τράπεζα της Αγγλίας είχε σχεδόν μηδενική συμμετοχή σε ομόλογα, ενώ οι ιδιώτες και οι θεσμικοί επενδυτές ήλεγχαν το 90% της αγοράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ