ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

'Εκανε ζουμ στη «μυστική» Ελλάδα, σε φαράγγια, χιονισμένες πλαγιές, καταρράκτες, μονοπάτια και απομακρυσμένα χωριά, συμπεριέλαβε πλάνα από τουριστικές εμπειρίες που οι ταξιδιώτες του καλοκαιριού αγνοούν. Δεν είχε στόχο να δημιουργήσει κάτι πρωτότυπο ούτε «κυνήγησε» ειδυλλιακές εικόνες. Το αποτέλεσμα τον δικαίωσε. Με 34 χρόνια εμπειρίας στην παραγωγή και στη διαχείριση πολιτιστικών φορέων και εκδηλώσεων και 13 χρόνια ως αναπληρωτής διευθυντής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ο σκηνοθέτης του βίντεο «Greece, A 365-Day Destination» του ΕΟΤ, το οποίο ψηφίστηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού ως το «καλύτερο στην Ευρώπη» για το 2017, περιγράφει πώς δημιουργήθηκε και γιατί ξεχώρισε από τις υπόλοιπες 23 ευρωπαϊκές συμμετοχές.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τον ΕΟΤ;

Το 2011 μου είχε ανατεθεί από τον τότε Γ.Γ. του ΕΟΤ να γυρίσω ένα βίντεο για τα 60 χρόνια λειτουργίας του oργανισμού. Η συνεργασία μας συνεχίστηκε το 2014, με αφορμή τα 100 χρόνια από την ίδρυση του πρώτου γραφείου ελληνικού τουρισμού. Τότε δημιουργήσαμε το «Greek tourism an eternal journey», που εστίαζε στην πιο κλασική πλευρά της Ελλάδας, στον ήλιο, στο Αιγαίο, στη θάλασσα, στα νησιά, στα αρχαία και στον πολιτισμό, και απέσπασε πολλά βραβεία. Η φετινή ταινία είχε διαφορετική φιλοσοφία, κόστισε ελάχιστα και ολοκληρώθηκε σε δύο μήνες, ενώ η πορεία της στα διεθνή φεστιβάλ τουριστικών ταινιών έχει ήδη ξεκινήσει – πρόσφατα απέσπασε το ειδικό βραβείο επιτροπής στο Φεστιβάλ του Ζάγκρεμπ.Μάλιστα είναι η πρώτη φορά που η Ελλάδα έβαλε υποψηφιότητα σε αυτόν τον διαγωνισμό.

Ήταν δική σας η ιδέα να προβάλετε νέες ταξιδιωτικές εμπειρίες, πέρα από αυτές που συνδέονται με το αιώνιο ελληνικό καλοκαίρι;

Όχι, το βασικό concept δόθηκε από το υπουργείο Τουρισμού, ώστε να ακολουθεί τη νέα πολιτική που χαράσσει. Στρέψαμε τους προβολείς στην άγνωστη, τη μυστική Ελλάδα του φθινοπώρου, του χειμώνα και της άνοιξης. Εστιάσαμε στον καταδυτικό, στον θρησκευτικό, στον περιπατητικό, στον αθλητικό τουρισμό – συνολικά δέκα διαφορετικά είδη, ανάλογα με την εποχή. Αυτά τα τουριστικά «προϊόντα» δεν έχουν κορεστεί και ασκούν μια γοητεία σε όποιον τα ανακαλύπτει. Ένας από αυτούς ήμουν άλλωστε κι εγώ. Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με το κομμάτι του βίντεο που είναι αφιερωμένο στον ελληνικό χειμώνα, έμαθα για μέρη που δεν ήξερα. Ερωτεύτηκα την Ήπειρο, όπου έως τότε είχα πάει μόνο μία φορά στη ζωή μου κι όταν την επισκέφτηκα έμεινα άναυδος. Η Ελλάδα δεν έχει τις πίστες των Άλπεων και τα δάση του Μέλανα Δρυμού, τα βουνά της δεν είναι τόσο ψηλά και δασωμένα, ούτε μπορείς να βρεις ατέλειωτα χιλιόμετρα για σκι στα χιονοδρομικά της, καταφέρνει όμως και σε αιχμαλωτίζει. Έχει το μαγικό άγγιγμα.

Ποια τουριστικά κλισέ που συνδέονται με τη διεθνή εικόνα της χώρας προσπαθήσατε να αποφύγετε;

Κλισέ εικόνες δεν υπάρχουν. Κλισέ είναι ο τρόπος σκέψης και προσέγγισης των πραγμάτων. Όλα όταν τα αγαπάς γίνονται όμορφα. Στόχος μου δεν ήταν να κάνω κάτι πρωτότυπο, δεν με αφορά η καινοτομία. Αυτό που με ενδιέφερε από την αρχή είναι οι άνθρωποι από κάθε γωνιά της Γης –ανεξαρτήτως μόρφωσης, θρησκείας και οικονομικής κατάστασης– που θα δουν αυτό το βίντεο να πουν «εγώ εκεί θέλω να πάω». Δεν με αφορούν οι σκηνοθετικές επιδεξιότητες ούτε με ενδιαφέρει να πει κάποιος «αχ, τι τρομερή καινοτομία».

Τι θεωρείτε ότι έκανε την ταινία να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες;

Οι περισσότερες χώρες έκαναν την ίδια επιλογή, να παρουσιάσουν βίντεο με ωραία πλάνα, γυρισμένα με καταπληκτικά μηχανήματα, επενδεδυμένα με μοντέρνα μουσική, post punk ή ηλεκτρονική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, βλέποντάς τα το ένα μετά το άλλο, να μη θυμάσαι στο τέλος του διαγωνισμού ποιο βίντεο αντιστοιχεί σε κάθε χώρα. Το στοιχείο που διαφοροποίησε τη δική μας ταινία ήταν ότι αφηγείται με έναν ελλειπτικό τρόπο μια ιστορία. Δεν είναι ωραία πλάνα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο – αυτό είναι ξεπερασμένο. Δεν μας λείπουν τα ειδυλλιακά τοπία και οι ωραίες εικόνες, μας λείπουν οι ιστορίες.
Πολλοί αισθάνθηκαν κάποιες στιγμές ότι βλέπουν μια ταινία για την Ελλάδα του 1960, παρόλο που όλα τα πλάνα γυρίστηκαν το 2016. Όσο πλούσιος και να είναι κάποιος, υπάρχει κάτι που δεν αγοράζεται: ο χρόνος. Αυτός κρατάει το κλειδί της γοητείας. Γι’ αυτό και τα μέρη που σε πάνε πίσω σε άλλες εποχές, το καφενείο και το ταβερνάκι ενός απομονωμένου χωριού, αισθάνεσαι ότι σου προσφέρουν αυτό που δεν αγοράζεται. Η ταινία βραβεύτηκε γιατί άγγιξε το μυαλό και την ψυχή των ανθρώπων. Αυτοί που τη βράβευσαν δεν είναι καλλιτέχνες, είναι οι πρόεδροι των έξι περιφερειακών επιτροπών του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού.

Πόσοι συνεργάστηκαν και πόσο διήρκεσαν τα γυρίσματα;

Δούλεψα με αρχεία κινηματογραφιστών από όλα τα μέρη της Ελλάδας, με επαγγελματίες που γνωρίζουν καλά τον τόπο τους και έχουν διεισδυτική ματιά. Μετά ξεκίνησε το δύσκολο έργο της σύνθεσης, μια διαδικασία που διήρκεσε περίπου δύο μήνες. Επόμενος στόχος μου είναι με τον ίδιο τρόπο που έγινε η ταινία να συγκεντρώσω πλάνα από Έλληνες και ξένους που ζουν εδώ ή έρχονται για διακοπές και να δημιουργήσω μια νέα ταινία μεγάλου μήκους, αποτελούμενη από μια σύνθεση των αγαπημένων τους στιγμών. Ένα φιλί στο Σούνιο, ο αρραβώνας της κόρης ενός Έλληνα αγρότη στην πλατεία του χωριού κ.λπ. Η αυθεντική Ελλάδα θα είναι πηγή έμπνευσης σε αυτή τη διαδικασία. Φιλοδοξία μου είναι να βρει ανταπόκριση σε όλο τον κόσμο. 

Θεωρείτε ότι έχουμε τις υποδομές για να στηρίξουμε τουρισμό 365 ημέρες τον χρόνο;

Προφανώς όχι. Για να είμαστε ειλικρινείς, αν τα εκατομμύρια των τουριστών του καλοκαιριού αποφάσιζαν να έρθουν στην Ελλάδα τον χειμώνα, δεν θα μπορούσαν να απορροφηθούν. Μόνο οι δύο μεγαλύτερες πόλεις, η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, θα μπορούσαν να τους υποδεχτούν. Κατάγομαι από τη Μύκονο και ξέρω πώς είναι ένα νησί στο τέλος του Οκτωβρίου: έρημο, με τα πάντα κλειστά.

Ποιο είναι το πιο δυνατό σημείο της Ελλάδας ως προορισμού;

Συνδυάζει έντονες αντιθέσεις και εναλλαγές στη φύση και στα τοπία σε μικρή κλίμακα. Είσαι στην κορυφή του Ολύμπου και μπορείς σε μερικές ώρες να βρεθείς κοντά στη θάλασσα ή σε μια απέραντη πεδιάδα. Όπως γράφει ο Κολομβιανός συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες στο βιβλίο του «100 χρόνια μοναξιάς»: «(...) να διασχίσεις το Αιγαίο πηδώντας από νησί σε νησί έως το λιμάνι της Θεσσαλονίκης».

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ