ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Η γιορτή της δημοκρατίας και το «σήμερα χάνουμε όλοι»

ΗΛΙΑΣ ΝΤΙΝΑΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Βλέποντας κανείς την κάλυψη του καταλανικού δημοψηφίσματος από τα ελληνικά ειδησεογραφικά μέσα, αποκτά την εντύπωση πως η Ισπανία μετατράπηκε σε Τουρκία, με την κυβέρνησή της να προσπαθεί να ματαιώσει ένα δίκαιο (sic) δημοψήφισμα αυτοδιάθεσης με αδιάκριτη χρήση μέσων καταστολής. Ακόμη πιο ασύμμετρη ήταν και η εικόνα στα κοινωνικά δίκτυα. Χωρίς να έχουμε μετρήσεις, είμαι σίγουρος πως ο μέσος ψηφοφόρος στην Ελλάδα είναι από την 1η Οκτωβρίου στο πλευρό των Καταλανών. Και όλοι μαζί, σχεδόν ομόφωνα, κατηγορούμε την ισπανική κυβέρνηση για την εκτεταμένη χρήση βίας.

Τα πράγματα σπάνια είναι όσο απλά φαίνονται. Το δημοψήφισμα δεν είναι άκυρο επειδή παρενέβη η ισπανική αστυνομία. Αντίθετα, η ισπανική αστυνομία παρενέβη επειδή το δημοψήφισμα είναι άκυρο. Και είναι άκυρο όχι μόνο γιατί είναι αντισυνταγματικό, αλλά γιατί δεν έκανε τίποτα για να πληροί τις προδιαγραφές ενός έγκυρου δημοψηφίσματος. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το δημοψήφισμα αποτελεί το τελικό στάδιο μιας συντεταγμένης προσπάθειας συγκεκριμένων πολιτικών ελίτ της Καταλωνίας για απόσχιση. Η αρχή γίνεται στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, τις οποίες προκηρύσσει η καταλανική κυβέρνηση πρόωρα για να κλιμακώσει τις κινητοποιήσεις για την ανεξαρτησία. Οι ίδιες οι εκλογές παίρνουν τον ρόλο δημοψηφίσματος. Ολα τα κόμματα υπέρ της ανεξαρτησίας κατεβαίνουν μ’ έναν συνδυασμό, βάζοντας στο μανιφέστο τους τον όρο της ανεξαρτησίας. Εχοντας με το μέρος τους το momentum, η προσδοκία είναι πως θα κερδίσουν απόλυτη πλειοψηφία, την οποία θα εκλάβουν ως λαϊκή εντολή για ανεξαρτησία.

Οι εκλογές γίνονται κι έχουν την αίσθηση δημοψηφίσματος. Τελικά, ο συνδυασμός ανεξαρτησίας παίρνει μόνο 62 από τις 135 έδρες. Κάνουν κυβέρνηση με τους αριστερούς του CUP, που έχουν 10 έδρες, αρκετές για να τους δώσουν την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Το ότι το αποτέλεσμα συνιστούσε ήττα για τα κόμματα απόσχισης φαίνεται και από το ότι αλλάζει ο πρόεδρος της κυβέρνησης. Ο νέος συνασπισμός, με 72 έδρες, διακηρύσσει την «Εναρξη της Διαδικασίας Ανεξαρτησίας της Καταλωνίας», μια μονομερή προσπάθεια να υπερκεραστεί το πρόβλημα πως τέτοιες αλλαγές θέλουν διευρυμένες πλειοψηφίες που δεν ήταν διαθέσιμες. Για να αλλάξει το καταλανικό σύνταγμα χρειάζονται τα 2/3 του Κοινοβουλίου. Ενενήντα ψήφους δεν έχουν, ούτε μπορούν να βρουν. Οπότε προσπάθησαν να μεταφέρουν τη διαδικασία από το Κοινοβούλιο στο δημοψήφισμα, το οποίο λειτουργεί με απλή πλειοψηφία.

Tι προβλέπεται

Το ισπανικό σύνταγμα δεν προβλέπει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος αυτοδιάθεσης. Προϋπόθεση για την αλλαγή του συντάγματος ήταν και είναι η σύμφωνη γνώμη της κεντρικής κυβέρνησης. Κακώς, κάκιστα, αλλά η ισπανική κυβέρνηση δεν έδωσε ποτέ τη συγκατάθεσή της για το δημοψήφισμα. Οι δικαστικές αρχές το ανακήρυξαν αντισυνταγματικό. Παρ’ όλα αυτά, η καταλανική κυβέρνηση συνέχισε τις προετοιμασίες.

Είναι μάλλον ξεκάθαρο ότι θα πρέπει να δοθεί κάποια στιγμή η δυνατότητα στους Καταλανούς να αποφασίσουν για την τύχη τους. Κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Ομως, η συζήτηση δεν γίνεται γύρω απ’ αυτό. Γίνεται, αντίθετα, με όρους δημοκρατικότητας. Είναι ντροπή, λέγεται, να εμποδίζει η αστυνομία μια τόσο δημοκρατική διαδικασία όπως ένα δημοψήφισμα. Αναμφίβολα. Είναι ντροπή να χτυπάει η αστυνομία ηλικιωμένους επειδή θέλουν να ψηφίσουν. Ξεκάθαρα. Οπως είναι το ίδιο ντροπή να θεωρούμε το συγκεκριμένο δημοψήφισμα ως γιορτή της δημοκρατίας. Δεν είναι γιορτή της δημοκρατίας όταν μπορείς να ψηφίζεις δυο και τρεις φορές. Δεν είναι γιορτή της δημοκρατίας όταν ο πρόεδρος της κυβέρνησης δεν περιμένει καν το αποτέλεσμα, που το θεωρεί δεδομένο, και μιλάει ήδη για την αρχή της μονομερούς διακήρυξης της ανεξαρτησίας της Καταλωνίας. Ειρήσθω εν παρόδω, είναι ο ίδιος άνθρωπος που το 2014 ως βουλευτής του CiU τότε ψήφισε ενάντια στην διεξαγωγή του δημοψηφίσματος αυτοδιάθεσης τόσο στη Σαχάρα όσο και στο Κουρδιστάν. Δεν είναι γιορτή της δημοκρατίας όταν ο πρόεδρος της Βουλής που διοργάνωσε το δημοψήφισμα δηλώνει πως οι οπαδοί των κομμάτων που δεν υποστηρίζουν το συγκεκριμένο δημοψήφισμα δεν ανήκουν στον καταλανικό λαό.

Τι είναι; Είναι μια συντεταγμένη προσπάθεια να κερδηθεί αυτό που λείπει περισσότερο από τον καταλανικό εθνικισμό: η διεθνής αναγνώριση και υποστήριξη. Ηταν ξεκάθαρο μετά και την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου πως το δημοψήφισμα δεν θα μπορούσε να έχει ισχύ. Αν όντως ενδιαφερόταν για το δημοψήφισμα και το αποτέλεσμά του, η καταλανική κυβέρνηση θα μπορούσε να το αναβάλει και να διοργανώσει μαζικές κινητοποιήσεις προκειμένου να ασκήσει πίεση στην ισπανική κυβέρνηση και να καταδείξει έτσι την αδυναμία της τελευταίας να καταλάβει τον παλμό της εποχής και να συνειδητοποιήσει πως η διεξαγωγή δημοψηφίσματος (όχι το αποτέλεσμα) είναι αυτό που θέλει ο μέσος ψηφοφόρος και άρα, σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, μονόδρομος.

Αντί γι’ αυτό, προτίμησε να πραγματοποιήσει μια ψηφοφορία που μοιάζει περισσότερο στην οργάνωσή της με ομάδα πίεσης παρά με κανονικό δημοψήφισμα. Τι κερδίζει; Τις εικόνες που είδαμε. Είναι πραγματικά ειρωνικό πως οι πολιτικές ελίτ μπορούν να χρησιμοποιούν τους πιο πιστούς οπαδούς τους ως αμνούς στον αγώνα για διεθνή αναγνώριση. Η δύναμη της εικόνας είναι μεγαλύτερη και από τα ίδια τα δεδομένα. Περίπου 700 τραυματίες είναι πολύ μεγάλο νούμερο. Δεν θα ήταν, όμως, από μόνο του σημαντικό δεδομένο για διεθνή κινητοποίηση. Οι εικόνες που είδαμε είναι. Ο σκοπός επετεύχθη, αλλά το μέσο άφησε πολλά τραύματα που είναι δύσκολο να επουλωθούν. Οπως μαρτυρούσε και το εύστοχο hashtag της ημέρας του δημοψηφίσματος, «σήμερα χάνουμε όλοι».

Ο... πυρομανής

Μοιάζει να ανακαλύψαμε την 1η Οκτωβρίου πως και οι δημοκρατίες μπορούν να ασκήσουν βία. Μπορούν και το κάνουν για να προστατεύσουν το κράτος δικαίου. Κάποιες φορές είναι απαραίτητο, άλλες αχρείαστο. Αυτή τη φορά ήταν μάλλον το δεύτερο. Οταν, όμως, σπέρνεις ένα δημοψήφισμα επιπέδου Ζάμπιας, θερίζεις μια κρατική καταστολή επιπέδου Ρωσίας. Και σήμερα που όλα τα βλέμματα είναι στραμμένα στον Ραχόι, ως ο άνθρωπος που πυροδότησε την κρίση, ας στρέψουμε για λίγο έστω την προσοχή μας και σ’ έναν άλλον πυρομανή, τον Πουτζδεμόν και τους υπόλοιπους θιασώτες μιας τοπικιστικής πολιτικής ελίτ.

* Ο κ. Ηλίας Ντίνας είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Fellow, Brasenose College.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ