ΚΟΣΜΟΣ

Η δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντι

ΕΦΗ ΠΕΝΤΑΛΙΟΥ*

Ο γερουσιαστής Ρόμπερτ Κένεντι λίγα λεπτά πριν από τη δολοφονία του πανηγυρίζει τη νίκη του στις προκριματικές εκλογές της Καλιφόρνιας. «Πιστεύω ότι ο Μπόμπι Κένεντι εξακολουθεί να στοιχειώνει τη φαντασία μας, επειδή εκπροσωπεί αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει», έγραψε ο Ρόναλντ Στιλ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Το 1968, oι προεδρικές εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών σπιλώθηκαν από αίμα. Οι δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του υποψηφίου για το χρίσμα των Δημοκρατικών Ρόμπερτ Φ. Κένεντι αποκάλυπταν μια Αμερική σε σύγκρουση με τον εαυτό της. Στην καρδιά της αναταραχής αυτής βρίσκονταν οι φυλετικές και κοινωνικές διαφορές καθώς και ο πόλεμος του Βιετνάμ.

Το νομοθετικό έργο του προέδρου Λίντον Τζόνσον για τα πολιτικά δικαιώματα των μειονοτήτων είχε πυροδοτήσει απαιτήσεις για ακόμη πιο ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Παράλληλα, το πρόγραμμά του για τη Μεγάλη Κοινωνία είχε προσκρούσει στις εντάσεις του Βιετνάμ, προκαλώντας τη βίαιη αντίδραση ομάδων λευκών Αμερικανών. Ερευνες της κοινής γνώμης το 1967 έδειξαν ότι, μέσα και από την εκτενή ειδησεογραφική κάλυψη των γεγονότων, είχε επέλθει μια ώσμωση μεταξύ των διαμαρτυριών για την κοινωνική ανισότητα και για το Βιετνάμ, και η κοινή γνώμη πλέον αντιτασσόταν στον πόλεμο. Η αντίθεση στον πόλεμο ξέφυγε από τα όρια των πανεπιστημιουπόλεων και μπήκε στη ζωή του μέσου Αμερικανού, προκαλώντας διαφωνίες που διαιρούσαν ακόμη και οικογένειες. Στην αντιπολεμική στάση συνέκλιναν πλέον φοιτητές και αρνητές θητείας, αλλά και κληρικοί, πανεπιστημιακοί και βετεράνοι του πολέμου. Το Βιετνάμ είχε επίσης διαιρέσει το Δημοκρατικό Κόμμα σε αντιμαχόμενες ομάδες που δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους. Για τον μέσο Αμερικανό, ήταν μια εποχή βαθιάς ανασφάλειας.

Η βεντέτα με τον Τζόνσον

Στις αρχές του 1968, οι αμερικανικές και νοτιοβιετναμέζικες δυνάμεις απέκρουσαν μεν την «επίθεση του Τετ», αλλά η αμερικανική κοινωνία πείσθηκε ότι ο πόλεμος δεν μπορούσε να κερδηθεί. Οπως έδειχναν σχετικές δημοσκοπήσεις, η αντίθεση του κοινού στον πόλεμο ανέβηκε περίπου στο 50%. Πολλοί Δημοκρατικοί έψαχναν για νέα ηγεσία ενόψει των προεδρικών εκλογών και η ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Ρίτσαρντ Νίξον για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών επιτάχυνε τις εξελίξεις. Στο κλίμα αυτό ενθαρρυνόταν από πολλούς να επιζητήσει το χρίσμα των Δημοκρατικών ο Ρόμπερτ Κένεντι, γερουσιαστής της Νέας Υόρκης και αδελφός του δολοφονημένου 35ου προέδρου. Ο ίδιος δίσταζε, και μάλιστα σχολίασε ότι «παίζω ρώσικη ρουλέτα κάθε πρωί που ξυπνάω». Οι δισταγμοί του προκάλεσαν σαρκαστικά σχόλια, όπως «Κένεντι: γεράκι, περιστέρι – ή κότα».

Ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του στις 16 Μαρτίου 1968, την ημέρα της σφαγής Βιετναμέζων αμάχων στο Μάι Λάι από τον αμερικανικό στρατό. Ο Κένεντι δήλωσε: «Δεν είμαι υποψήφιος απλώς για να αντιταχθώ σε κάποιον συγκεκριμένο πολιτικό, αλλά για να προτείνω νέες πολιτικές. Είμαι υποψήφιος επειδή πιστεύω ότι η χώρα αυτή έχει πάρει έναν επικίνδυνο δρόμο, επειδή έχω σαφείς απόψεις για το τι πρέπει να γίνει, και επειδή αισθάνομαι ότι είμαι υποχρεωμένος να κάνω ό,τι μπορώ. Είμαι υποψήφιος για να αναζητήσω νέες πολιτικές – πολιτικές που θα τερματίσουν την αιματοχυσία στο Βιετνάμ και στις πόλεις μας, πολιτικές που θα κλείσουν το χάσμα που υπάρχει μεταξύ λευκών και μαύρων, πλούσιων και φτωχών, νέων και μεγαλύτερων, στη χώρα αυτή και σε όλο τον κόσμο». Στις 31 Μαρτίου, ο Τζόνσον παραδέχθηκε την προσωπική ήττα του σε αυτό που αποκάλεσε «bitch of a war» και ανακοίνωσε ότι δεν θα επιζητούσε την επανεκλογή του.

Οι δύο άνδρες είχαν μια δηλητηριώδη προσωπική σχέση. Το 1953, είχε σημειωθεί ένα επεισόδιο μεταξύ τους, όταν ο Τζόνσον υπηρετούσε ως αρχηγός της μειοψηφίας στη Γερουσία και ο «Μπόμπι» Κένεντι ήταν ένας νεαρός σύμβουλος στη μόνιμη Υποεπιτροπή Διερευνήσεων, η οποία είχε πρόεδρο τον αλήστου μνήμης αντικομμουνιστή γερουσιαστή από το Ουισκόνσιν, Τζόζεφ Μακάρθι. Από εκείνη τη στιγμή, όπως σημειώνει ο Ρόμπερτ Κάρο, ένας από τους βιογράφους του Τζόνσον, ξεκίνησε «αυτό που υπήρξε πιθανότατα η μεγαλύτερη βεντέτα στην αμερικανική πολιτική του 20ού αιώνα». Η σχέση τους έγινε ακόμη πιο δύσκολη όταν ο Ρόμπερτ –τον οποίο ο Τζόνσον σκωπτικά αποκαλούσε «Sonny Boy»– έγινε υπουργός Δικαιοσύνης του αδελφού του και ο πιο στενός του σύμβουλος.

Απρίλιος, η πρώτη δολοφονία: Μάρτιν Λούθερ Κινγκ

Η προεκλογική εκστρατεία του 1968 κυριαρχήθηκε από δύο θέματα: την αναζήτηση ενός τέλους στον πόλεμο του Βιετνάμ και τις εκκλήσεις να επιβληθεί, ακόμη και με δρακόντεια μέτρα, η τάξη στα κέντρα των αμερικανικών πόλεων. Μόνον ο «Μπόμπι» επέλεξε να προβάλει την επιλογή της συμφιλίωσης και της ανεκτικότητας. Ο Κένεντι θεωρούσε ότι τα προβλήματα της Αμερικής προέρχονταν από την ηθική παρακμή και ότι «η εθνική ψυχή των ΗΠΑ κινδύνευε». Χρησιμοποίησε ως σύνθημά του τα λόγια του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο: «Κάποιοι βλέπουν τα πράγματα όπως είναι και ρωτούν γιατί … Εγώ ονειρεύομαι πράγματα που δεν υπήρξαν ποτέ και ρωτώ γιατί όχι».

Παραδοχή ευθυνών

Ηταν έτοιμος να παραδεχθεί τις ευθύνες τις δικές του και του αδελφού του για το Βιετνάμ, αλλά παράλληλα τόνιζε ότι το μέλλον δεν μπορούσε να αποτελεί όμηρο του παρελθόντος. Οπως το έθεσε, «το παλιό λάθος δεν είναι δικαιολογία για τη διαιώνισή του». Παράλληλα, αν και πιστό μέλος του κατεστημένου του Δημοκρατικού Κόμματος, είχε επαφή με όσους απαιτούσαν κοινωνική δικαιοσύνη και καλύτερες σχέσεις μεταξύ λευκών και Αφροαμερικανών. Φαινόταν ικανός να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της λευκής και της μαύρης Αμερικής: εμφανίστηκε ως ένας ενωτικός υποψήφιος και ως η επιτομή του σύγχρονου αμερικανικού φιλελευθερισμού.

Απέδειξε το πολιτικό θάρρος του στις 4 Απριλίου 1968, την ημέρα που ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, ακτιβιστής των πολιτικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων και τιμημένος με το βραβείο Νομπέλ, δολοφονήθηκε στο Μέμφις του Τενεσί από τον Τζέιμς Ερλ Ρέι, φυγάδα των κρατικών φυλακών του Μισούρι. Την ημέρα εκείνη, ο Κένεντι θα μιλούσε σε προεκλογική συγκέντρωση στην Ινδιανάπολη της Ιντιάνα. Εμαθε ότι ο Κινγκ είχε δεχθεί επίθεση λίγα λεπτά πριν μπει στο αεροπλάνο για την Ινδιανάπολη, και το νέο του θανάτου του μόλις προσγειώθηκε. Απέρριψε τις προτροπές των συνεργατών του να ακυρώσει την ομιλία του. Και την εποχή της ανόδου της «μαύρης ισχύος», στην καρδιά ενός άθλιου γκέτο στην Ινδιανάπολη, όρθιος σε ένα ημιφορτηγό, μίλησε σε ένα κοινό που απαρτιζόταν κυρίως από Αφροαμερικανούς, οι οποίοι έμαθαν το νέο της δολοφονίας από τον ίδιο. Εκφώνησε μια αυθόρμητη ομιλία, η οποία σήμερα θεωρείται ως μία από τις πλέον αξιόλογες στην αμερικανική ιστορία:

«Αυτό που χρειαζόμαστε στις ΗΠΑ δεν είναι ο διχασμός· αυτό που χρειαζόμαστε στις ΗΠΑ δεν είναι το μίσος· αυτό που χρειαζόμαστε στις ΗΠΑ δεν είναι η βία και η ανομία, αλλά η αγάπη, και η σοφία, και το έλεος του ενός προς τον άλλο, και μια αίσθηση δικαιοσύνης προς αυτούς που ακόμη υποφέρουν στη χώρα μας, είτε είναι λευκοί είτε μαύροι […] Μπορούμε να πετύχουμε σε αυτή τη χώρα. Θα έχουμε δύσκολες στιγμές […] Αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των λευκών και η συντριπτική πλειοψηφία των μαύρων σε αυτή τη χώρα θέλουν να ζήσουν μαζί, θέλουν να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής μας, και θέλουν δικαιοσύνη για όλους τους ανθρώπους στη γη μας». Χρησιμοποίησε κείμενο του Αισχύλου για να κατευνάσει τα πλήθη εκείνο το μοιραίο βράδυ: πάθος μάθος·/ αυτός, ώς και στον ύπνο, στην καρδιά μας/ στάζει τον πόνο, που θυμίζει/ με τρόμο τα παθήματά μας/ κι αθέλητα μας συνετίζει.

Εκείνη τη νύχτα, ο θυμός και η απόγνωση των μαύρων παρέδωσαν στις φλόγες τα κέντρα σχεδόν όλων των αμερικανικών πόλεων, αλλά η Ινδιανάπολη παρέμεινε ειρηνική.

Εθνικός νευρικός κλονισμός

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 5ης Ιουλίου, ήταν η σειρά του «Μπόμπι» να πεθάνει από τις σφαίρες ενός δολοφόνου. Δολοφονήθηκε στην κουζίνα του ξενοδοχείου Ambassador στο Λος Αντζελες, αφού την προηγούμενη ημέρα είχε κερδίσει την προκριματική εκλογή της Καλιφόρνιας. Ηταν μόλις 42 ετών. Πυροβολήθηκε πολλές φορές σχεδόν εξ επαφής από έναν Παλαιστίνιο μετανάστη, 24 ετών, με το όνομα Σιρχάν Σιρχάν. Τα τεράστια πλήθη των πενθούντων που συγκεντρώθηκαν στη διαδρομή του τρένου από τη Νέα Υόρκη στην Ουάσιγκτον καθυστέρησαν την άφιξή του στο Union Station, και έτσι, σε μια εξαιρετικά σπάνια νυκτερινή τελετή ενταφιασμού, ο Ρόμπερτ Κένεντι τελικά τάφηκε κοντά στον αδελφό του, στο κοιμητήριο του Αρλινγκτον. Ο Νόρμαν Μέιλερ ισχυρίστηκε ότι στις ημέρες που ακολούθησαν τον θάνατο του Ρόμπερτ Κένεντι, η Αμερική υπέστη «έναν εθνικό νευρικό κλονισμό».

Η δολοφονία του Κένεντι, μόλις δύο μήνες μετά τη δολοφονία του Κινγκ, ενέτεινε την αυτο-αμφισβήτηση της Αμερικής. Επεισε πολλούς Αμερικανούς ότι η βία είχε γίνει ένα μόνιμο τοξικό συστατικό της αμερικανικής πολιτικής και κοινωνίας. Η αμερικανική αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση μειώθηκαν δραστικά. Και οι δύο άνδρες είχαν επιζητήσει την αλλαγή, αλλά κατά την επιδίωξή της είχαν καταλήξει νεκροί. Ωστόσο, ο θάνατος του Κένεντι προκάλεσε απόγνωση σε μεγαλύτερα τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας απ’ ό,τι του Κινγκ. Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Ντάλεκ, «η δολοφονία του RFK ήταν ένα τρομερό πλήγμα στην αυτοεικόνα της Αμερικής». Για άλλους, σήμερα, αυτό ήταν το πρώτο επεισόδιο της ισλαμικής τρομοκρατίας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ανεκπλήρωτη υπόσχεση για πιο δίκαιη Αμερική

Πολλοί παρατηρητές περιέγραψαν το γεγονός ως τον θάνατο του ονείρου για μια πιο δίκαιη και ευγενή Αμερική, που θα βρισκόταν σε ειρήνη με τον εαυτό της, και ως τη γέννηση μιας πιο βίαιης και σκοτεινής Αμερικής. Περισσότεροι υποθέτουν ότι θα κέρδιζε την προεδρική εκλογή του 1968, αν και δεν υπάρχουν αδιαμφισβήτητα στοιχεία που υποστηρίζουν μια τέτοια υπόθεση. Οι πιθανότητες να κερδίσει ή να χάσει ήταν περίπου ίσες, καθώς πολλοί ισχυροί παράγοντες συνέκλιναν εναντίον του, ενώ ο κύριος αντίπαλός του, ο Χιούμπερτ Χάμφρεϊ (ο αντιπρόεδρος του Τζόνσον), είχε την υποστήριξη του μεγαλύτερου μέρους του κατεστημένου του Δημοκρατικού Κόμματος.

Ο Κένεντι έγινε ένας μάρτυρας, και ως τέτοιος ενσάρκωσε ουτοπικά όνειρα και ευχολόγια, τα οποία εν πολλοίς αποσκοπούσαν να ξεπεράσουν την απώλεια της ελπίδας που προκάλεσε η προεδρία του Νίξον, αλλά κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα είχε κυβερνήσει ο ίδιος. Ο Ρόναλντ Στιλ έχει περιγράψει με εξαιρετικό τρόπο αυτό το αίσθημα: «Πιστεύω ότι ο Μπόμπι Κένεντι εξακολουθεί να στοιχειώνει τη φαντασία μας, επειδή εκπροσωπεί αυτό που θα μπορούσε να έχει υπάρξει». Σε αυτό το περιβάλλον της ανεκπλήρωτης υπόσχεσης, μερικές από τις λιγότερο γοητευτικές πτυχές της προσωπικότητάς του –σκληρότητα, ανελέητη στάση, οπορτουνισμός, απιστίες, αλαζονεία και η τάση του να κάνει εχθρούς– φαίνεται ότι λησμονούνται. Αλλά ενόψει αυτής της τραγωδίας, το ερώτημα δεν είναι πλέον ποιος ήταν ο Κένεντι, αλλά –όπως το έθεσε ο δημοσιογράφος των New York Times Αντονι Λιούις– το εάν «είναι η ιστορία το προϊόν απρόσωπων κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων, ή μήπως τα άτομα μπορούν να αλλάξουν την πορεία της;».

Αν η δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντι κατέστρεψε το όνειρο του αμερικανικού φιλελευθερισμού, πάντως άφησε επίσης τις δυνάμεις της αμερικανικής Δεξιάς πιο ισχυρές από ποτέ, καθώς η «σιωπηρή πλειοψηφία» επιζητούσε εναγώνια την ασφάλεια, την ομαλότητα και την επιστροφή σε μια πιο ήσυχη τάξη. Στις εκλογές, οι Αμερικανοί επέλεξαν τον Νίξον, και γρήγορα ανακάλυψαν ότι πήραν κάτι διαφορετικό από αυτό που ήλπιζαν.

* Η κ. Εφη Πενταλιού είναι fellow, LSE IDEAS στο London School of Economics.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ