ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΤΗΝΙΟΣ*

Συντάξεις δικαστικών και ασφαλιστικό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ειδησεογραφία δεν αφήνει αμφιβολία: «Πανστρατιά δικαστών για τις νέες μειώσεις στις συντάξεις τους» («Κ» 8/10). Τι επιχειρήματα επικαλείται η ομόθυμη δικανική κρίση; Ποιος έχει δίκιο και γιατί; Το κατηγορητήριο είναι σαφές: Η μηνιαία σύνταξη νέων προέδρων του Αρείου Πάγου ήταν, πριν τον Νόμο 4387/16 («Κατρούγκαλου»), «καθαρά» 2.384 ευρώ και θα γίνει 1.460. Οι παλαιοί πρόεδροι του Α. Π. θα ακολουθήσουν μόλις ο Ν.4472/17 («Αχτσιόγλου») τους κόψει την προσωπική διαφορά το 2018. Οι υπόλοιποι δικαστές ακολουθούν. Τι θα έλεγε η «υπεράσπιση»; Οι μειώσεις στους δικαστικούς δεν αφορούν μόνο αυτούς, αλλά όλους. Οι δικαστές διαφέρουν εξαιτίας της συνεπούς εφαρμογής στοιχείων όπως: (α) Η σύνταξη υπολογίζεται βάσει του ασφαλιστικού βίου και όχι του τελευταίου μισθού· προαγωγή ένα μήνα πριν από την αποχώρηση, είναι αόρατη στη σύνταξη. (β) Το ότι το νέο σύστημα προστατεύει αυτούς με μικρό μισθό και λίγα χρόνια (τους «φτωχούς και άτυχους» λένε κάποιοι, τους «συστηματικούς εισφοροφυγάδες» λένε άλλοι). (γ) Το νέο σύστημα υποχρεώνει κάποιους να πληρώνουν υψηλές εισφορές (πλαφόν εισφορών=5.500 ευρώ), όταν η μέγιστη σύνταξη είναι πολύ χαμηλότερη (πλαφόν σύνταξης= 2.000). Τέλος, (δ) ότι οι συντάξεις πριν από το 2009 ήταν πολύ υψηλότερες.

Ομως το παράπονο των δικαστών μπορούν να επικαλεστούν διευθυντές τραπεζών, στελέχη επιχειρήσεων, συνεπείς επιχειρηματίες. Τα ίδια κριτήρια μειώνουν και τις δικές τους συντάξεις, ενώ έχουν πληρώσει περισσότερες εισφορές. Επιπλέον αν συγκριθούν οι συντάξεις δικαστικών με αυτές κάποιων μεγαλοδικηγόρων, η «αδικία» εξαφανίζεται: Οι συντάξεις δικηγόρων, αν συγκριθούν με δηλωθέντα εισοδήματα, μοιάζουν συχνά πλουσιοπάροχες.Ποιος είναι ο αντίλογος των δικαστών; Οτι συγκροτούν τον «σκληρό πυρήνα του κράτους» και ότι «η ειδική μισθολογική μεταχείριση είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη».

Ποιο πρόβλημα έχει αυτός ο συλλογισμός; Ταυτίζει τη σχέση εργασίας των δικαστών με τον εργοδότη τους, με τη σχέση ασφάλισης με το σύστημα συντάξεων. Θεωρεί ότι οι συντάξεις οφείλουν να είναι εξάρτημα της πολιτικής προσωπικού ενός εργοδότη –του Δημοσίου– και ότι οι υπόλοιποι εργοδότες -εργαζόμενοι πρέπει να επιβαρύνονται για την ειδική μεταχείριση. Λένε δηλαδή ότι η αδικία είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και οφείλει να συνεχιστεί. Οτι ο ν. Κατρούγκαλου σφάλλει επειδή νομοθετεί ίσα δικαιώματα. Τι θα έλεγε μια ψύχραιμη αξιολόγηση; Οτι, αν ένας εργοδότης (Δημόσιο) θέλει να εξασφαλίσει καλύτερες συντάξεις για κάποιους εργαζόμενους, τότε αυτές είναι, στην ουσία, συνέχεια του μισθού. Ο εργοδότης οφείλει να τις χρηματοδοτήσει, χωρίς να επιβαρύνει άσχετους τρίτους. Ο σωστός τρόπος να γίνει αυτό, δεν είναι μέσω εξαιρέσεων στο γενικό σύστημα, αλλά μέσω ειδικού ταμείου για να συμπληρώνει τις κοινές συντάξεις κατά το επιθυμητό ποσό. Τέτοια κεφαλαιοποιητικά επαγγελματικά ταμεία υπάρχουν ήδη σε πολλές επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, αλλά και στο Δημόσιο σε χώρες της Ε.Ε. Εξασφαλίζουν διαφάνεια και αποτελεσματικότητα. Αυτή είναι η λογική των συστημάτων πολλαπλών πυλώνων: Κοινοί κανόνες στις συντάξεις του πρώτου (κρατικού) πυλώνα· αποκλίσεις βαρύνουν τους ίδιους τους ωφελουμένους στον δεύτερο (επαγγελματικό) πυλώνα. Το πρόβλημα του ασφαλιστικού νόμου δεν είναι η ισότητα, αλλά η εμμονή σε ένα άκαμπτο 100% κρατικό σύστημα.

* Eπίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Στατιστικής και Ασφαλιστικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, επιστημονικός συνεργάτης στο ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ