ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Πού βρίσκονται τα κόκαλα του Ψίτη;

Πέτρος Μπιρμπίλης

Τον είχε βρει στα σκουπίδια μια Κυριακή. Ήταν μαύρος και το ένα δόντι του, πιο μεγάλο από το άλλο, πεταγόταν κάτω από τα μουστάκια. Ήταν φοβισμένος γάτος, δεν ήθελε να βγαίνει από το σπίτι ποτέ. Δειλός· πολύ δειλός. Τον βάφτισε «Ψίτη» κι όποτε τον φώναζε, γύριζε το κεφάλι του αλαφιασμένος. Συμπεριφερόταν σαν σκύλος πιο πολύ παρά σαν γάτος.

Έζησε δεκαεννέα χρόνια, δίχως ιδιαίτερη περιποίηση.

Ούτε αρρώστησε ποτέ ούτε έπαθε κάτι άλλο από αυτά που παθαίνουν οι γάτοι. Ούτε βιβλιάριο υγείας τού είχε βγάλει ούτε προληπτικές εξετάσεις τού έκανε. Παρ’ όλα αυτά έφτασε τα 19 χρόνια ο Ψίτης, έγινε παππούλης και τότε άρχισε να κουράζεται. Δεν είχε όρεξη να φάει και το τρίχωμά του μάδαγε.

Κάποτε έφυγε σε ταξίδι για δουλειά και τον άφησε στους γείτονες, που τον αγαπούσαν σαν δικό τους. Τον πήραν τηλέφωνο: «Πάνε τα ψωμάκια του Ψίτη, τελειώνουν οι μέρες του. Έλα, σε περιμένει για να πεθάνει», του είπαν. Επέστρεψε κακήν κακώς απ’ το ταξίδι. Όταν έφτασε, ο Ψίτης τον κοίταξε με βλέμμα θολό, μισοσβησμένο. Τον πήρε αγκαλιά, τον χάιδεψε, μέχρι που... πάει ο Ψιτάκος. Κυριακή τον είχε βρει, Κυριακή τον έχασε. 

«Πού να πηγαίνουν άραγε οι Ψίτηδες;» αναρωτήθηκε. Απάντηση δεν πήρε. Παρηγοριόταν με τη σκέψη ότι είχε ζήσει μια ζωή ήρεμη, δίχως περιπέτειες, αλλά με αγκαλιές και με χάδια. Είχε νιώσει και τον έρωτα. Τον ξεμυάλισε μια θηλυκιά της γειτονιάς. Του έκανε κουνήματα και αναστατωνόταν. Γούρλωνε τα κίτρινα μάτια του και νιαούριζε, νιαούριζε ασταμάτητα, αναστάτωνε όλη τη γειτονιά.

Με τα πολλά την κουτούπωσε, της έκανε και μερικά γατάκια.

Όχι, δεν ασχολήθηκε καθόλου με τα μικρά γατάκια, ούτε νοιάστηκε τι απέγιναν ούτε τι δρόμο πήραν. Μόνο για τη γάτα του νοιαζόταν, που δεν ανταποκρινόταν ιδιαίτερα και που τελικά το έσκασε, ίσως με κάποιον άλλον. Εξαφανίστηκε απ’ τη γειτονιά.

Αυτά σκεφτόταν καθώς πήγαινε να τον θάψει κάτω από ένα δέντρο στον λόφο. Έσκαψε τον λάκκο με τα χέρια του, δεν είχε προβλέψει να πάρει μια τσουγκρανίτσα ή ένα φτυαράκι. Τον χάιδεψε μια τελευταία φορά, τον τοποθέτησε μέσα στον λάκκο και μετά τον σκέπασε, πάλι με γυμνά χέρια. Στο τέλος έβαλε πάνω στον σκεπασμένο λάκκο μια πέτρα. Μια πολύ βαριά πέτρα, πολύ μεγάλη, που να κάνει μπαμ από μακριά, για να μπορέσει να τον βρει αν ποτέ ένιωθε την επιθυμία. Μετά έφυγε. 

Επέστρεψε στο σημείο εκείνο ύστερα από δέκα χρόνια. Αλλά η πέτρα δεν υπήρχε και τα δέντρα είχαν αλλάξει. Όλα είχαν αλλάξει.

Μπορεί να μην ήταν εκείνο το σημείο, να είχε ξεγελαστεί, μπορεί να μη θυμόταν καλά, γιατί είχε στο μεταξύ μπλέξει άσχημα. Χρωστούσε και δεν μπορούσε να τα ξεπληρώσει, είχε κι ένα σωρό θέματα υγείας. Δικά του, της μάνας του, του αδερφού του και του πιο καλού του φίλου. «Σωστά λένε ότι το γήρας δεν έρχεται μόνο. Φέρνει ένα σωρό προβλήματα», έλεγε και ξανάλεγε. Δεν ήταν γέρος, όμως έτσι ένιωθε κάποιες φορές. 

Κατηφόρισε τον λόφο αβέβαιος και συγχυσμένος. Πώς; Γιατί; Πού; Μήπως να την πήρε την πέτρα κάποιος άλλος, για κάποιον άλλο γάτο; Μήπως να την είχε πάει κάπου παραπέρα, κάτω από άλλο δέντρο, σε άλλον τάφο; 

Μπορεί! Όμως δεν είχε και τόση σημασία με τα τόσα πολύ σοβαρά που τον απασχολούσαν.

Του κακοφάνηκε, ναι· είπε από μέσα του: «Δηλαδή, τώρα δεν ξέρω πού βρίσκονται τα κόκαλα του Ψίτη; Πάει, δεν έμεινε τίποτα από εκείνον;». 

Γύρισε σπίτι του απογοητευμένος. Τα πράγματα δεν είχαν έρθει όπως τα φανταζόταν... ■

 

* Ο Πέτρος Μπιρμπίλης είναι συγγραφέας. Αύριο κυκλοφορεί το καινούργιο του βιβλίο «Μπελ Ετουάλ» από τις εκδόσεις Θράκα.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ