ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μικρότερη στήριξη για μεγαλύτερο διάστημα, το βασικό σενάριο για το QE

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΚΑΓΙΑΝΝΗΣ

Ο Μάριο Ντράγκι, σε πρώτο πλάνο, και ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης Γενς Βάιντμαν ενσαρκώνουν τις δύο αντικρουόμενες οικονομικές σχολές, που συγκρούονται στο εσωτερικό της ΕΚΤ με αντικείμενο τη συνέχιση του QE.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προσανατολίζεται να μειώσει σημαντικά το ύψος των μηνιαίων αγορών ομολόγων (QE) από τον Ιανουάριο, αλλά και να επεκτείνει το πρόγραμμα κατά εννέα μήνες, σύμφωνα με πληροφορίες των πρακτορείων Reuters και Bloomberg. Το βασικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των κεντρικών τραπεζιτών της Ευρωζώνης είναι, πλέον, κατά πόσον θα πρέπει να διατηρήσουν ανοιχτή τη διάρκεια του QE ή θα πρέπει να ορίσουν ημερομηνία ολοκλήρωσης του προγράμματος.

Με την οικονομία της Ευρωζώνης να αναπτύσσεται με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων δέκα ετών, αλλά τον πληθωρισμό να εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον στόχο του 2%, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ θα βρεθούν προ διλήμματος στη συνεδρίαση της 26ης Οκτωβρίου, οπότε και είναι εξαιρετικά πιθανό να αποφασίσουν ποιο θα είναι το μέλλον του QE. Τους τελευταίους μήνες φαίνεται ότι έχει επιτευχθεί συναίνεση για την ανάγκη να μειωθεί το ύψος των μηνιαίων αγορών από το επίπεδο των 60 δισ. ευρώ όπου βρίσκεται σήμερα, αλλά και ταυτόχρονα να παραταθεί η διάρκεια του προγράμματος ώστε να σταλεί το μήνυμα στις αγορές ότι η νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης θα εξακολουθήσει να παραμένει επεκτατική για πολύ καιρό. Σύμφωνα με το Reuters, δεν έχει αποφασιστεί ακόμη πόσο θα μειωθεί το ύψος των μηνιαίων αγορών ομολόγων. Οι κεντρικοί τραπεζίτες συζητούν σενάρια για μείωση των μηνιαίων αγορών στα 25 δισ. ευρώ με 40 δισ. ευρώ από 60 δισ. ευρώ σήμερα. Σύμφωνα με το Bloomberg, οι αγορές ενδέχεται να μειωθούν στα 30 δισ. τον μήνα.

Οσον αφορά την επέκταση του προγράμματος, φαίνεται πως έχει επικρατήσει η άποψη για συνέχιση του QE κατά εννέα μήνες, δηλαδή έως τον Σεπτέμβριο του 2018, καθώς η επέκταση για έξι μόνο μήνες θεωρείται πολύ μικρή. Το σενάριο για επέκταση του προγράμματος κατά 12 μήνες, δηλαδή έως τον Δεκέμβριο του 2018, προσκρούει στο ζήτημα της έλλειψης διαθέσιμων γερμανικών κρατικών ομολόγων για αγορά και συγκεντρώνει λίγες πιθανότητες.

Ως σημαντικότερο σημείο αντιπαράθεσης φαίνεται ότι αναδεικνύεται το κατά πόσον το πρόγραμμα θα έχει ανοιχτή διάρκεια, όπως σήμερα, ή κατά πόσον θα πρέπει να οριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης του.

Με τον Μάριο Ντράγκι να επιβεβαιώνει, την Πέμπτη, ότι τα επιτόκια δανεισμού της ΕΚΤ θα παραμείνουν στα τρέχοντα ιστορικά χαμηλά επίπεδα για «πολύ μετά» την ολοκλήρωση του QE, η όποια επέκταση του QE αποφασιστεί στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου θα μεταθέσει και την πιθανή ημερομηνία της πρώτης αύξησης των επιτοκίων δανεισμού προς τα τέλη του 2019 ή και αργότερα. Η δήλωση Ντράγκι το βράδυ της Πέμπτης και η είδηση για πιθανή επέκταση του QE κατά 9 μήνες το πρωί της Παρασκευής οδήγησαν σε πτώση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης κατά περίπου 2 με 4 μονάδες βάσης, του γερμανικού δεκαετούς ομολόγου κατά 3 μονάδες βάσης στο 0,42%, το χαμηλότερο επίπεδο του Οκτωβρίου, και του ελληνικού δεκαετούς ελάχιστα στο 5,558%.

Το θέμα της ποσοτικής χαλάρωσης φέρνει σε αντιπαράθεση δύο «στρατόπεδα» ή δύο σχολές οικονομικής σκέψης, με πολλούς Βορειοευρωπαίους κεντρικούς τραπεζίτες να πιέζουν για σταδιακή, αλλά πάντως ταχεία ολοκλήρωση της ποσοτικής χαλάρωσης, με το επιχείρημα πως η οικονομία αναπτύσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό. Οι ομόλογοί τους από πολλές χώρες του Νότου αντιτείνουν πως ο πληθωρισμός εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον στόχο της ΕΚΤ για πληθωρισμό «κάτω αλλά κοντά στο 2%», ενώ, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ίδιας της κεντρικής τράπεζας, ο στόχος δεν θα επιτευχθεί παρά μόνο το 2020. Υποτίθεται πως οι κεντρικοί τραπεζίτες αποφασίζουν με βάση αυστηρά τεχνοκρατικά κριτήρια, αλλά δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει πως τα μέλη της ΕΚΤ που τάσσονται υπέρ της ταχείας ολοκλήρωσης του QE και στη συνέχεια της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού προέρχονται από χώρες που χορηγούν πιστώσεις και που βίωσαν πολύ ελαφρύτερα τις κρίσεις των προηγούμενων χρόνων και, συνεπώς, βρίσκονται σήμερα σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ