ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το αφανές «εργοστάσιο» της Θεσσαλονίκης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Η τοπική κοινωνία εμπλέκεται όλο και περισσότερο στις δράσεις των φορέων της πόλης, οι οποίοι λειτουργούν ως μια πλατφόρμα, διά της οποίας ο πολιτισμός και ο τουρισμός μπορούν να συναντήσουν το κοινό τους, νέο και παλαιότερo.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ - ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Μα τι τέλος πάντων συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη; Εχει πράγματι αλλάξει τόσο πολύ όσο οι Θεσσαλονικείς, θεσμικοί και μη, θεωρούν; Και τι συμβαίνει με όσους είχαν χρόνια να επισκεφθούν τη Νύμφη του Θερμαϊκού και ξαφνικά βρέθηκαν ενώπιον ενός καινούργιου, πρωτόγνωρου κλίματος;

Από δημοσιογραφική τύχη, βρέθηκα δύο φορές τον Σεπτέμβριο, αρχές και τέλη, στην πόλη. Εχοντας ξεχάσει πόσο εύκολο είναι να την περπατήσεις απ’ άκρου εις άκρον, έκανα όλες μου τις μετακινήσεις με τα πόδια. Η νέα παραλία είναι στ’ αλήθεια ο νέος τόπος οικειότητας της πόλης και ο Δήμος Θεσσαλονίκης, τα μουσεία, τα ινστιτούτα, οι φορείς της πόλης, οι designers, οι startuppers, οι ξενοδόχοι και οι καλλιτέχνες βρίσκονται σε μια διαρκή κινητικότητα, μόνοι και σε συνέργειες.

Συνάντησα τις διευθύντριες του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης, του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΚΜΣΤ), του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΜΜΣΤ), του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών του ΑΠΘ. Τα μουσεία της Θεσσαλονίκης είναι ένα αφανές, προσώρας τουλάχιστον, εργοστάσιο που δουλεύει εδώ και περίπου μία δεκαετία με τόση ένταση, σχεδόν 365 μέρες τον χρόνο. Οι Πολυξένη Αδάμ-Βελένη, Αγαθονίκη Τσιλιπάκου, Μαρία Τσαντσάνογλου, Θούλη Μισιρλόγλου και Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά –μαζί με τη διευθύντρια της 6ης Μπιενάλε Σύγχρονης Τέχνης Συραγώ Τσιάρα– είναι η «Κίνηση των 5 Μουσείων», που «ήρθε όχι για να δημιουργηθούν καλές σχέσεις, αλλά εξαιτίας των καλών σχέσεων. Θέλαμε να δείξουμε την αξία της συνύπαρξης, της φιλίας, της συνεργασίας», λένε σχεδόν με μια φωνή οι πέντε κυρίες.

Μια γρήγορη ματιά στο πρόγραμμα εκθέσεων, εκδηλώσεων, συνεδρίων, σεμιναρίων, φεστιβάλ και δανεισμών στις ιστοσελίδες των μουσείων αρκεί προκειμένου να συνειδητοποιήσει κανείς ότι η Θεσσαλονίκη είναι πολιτιστικώς αυτόνομη και «ξεπερνάει το σύνδρομο της συμπρωτεύουσας τα τελευταία 5-6 χρόνια», όπως λέγεται χαρακτηριστικά.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο έχει τις μεγάλες ανασκαφές της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, αποτελώντας, κατ’ ουσίαν, όπως μου λέει η Πολυξένη Αδάμ-Βελένη, «Μητροπολιτικό Μουσείο της Μακεδονίας». Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού εξηγεί μία από τις πιο πολιτισμικά και κοινωνικά εμβληματικές περιόδους της πόλης. Μαζί με το Μουσείο του Λευκού Πύργου και τα δεκάδες διάσπαρτα μνημεία στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, η Αγαθονίκη Τσιλιπάκου έχει να διαχειριστεί μια βαριά κληρονομιά, με βραβεία όπως το «Ευρωπαϊκό Μουσείο της Χρονιάς» του Συμβουλίου της Ευρώπης το 2005 και τη βράβευση του φιλμ «Επιστροφή» από Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων, που είχε θέμα τη σύνδεση της ιστορίας της πόλης και του μουσείου, σκηνοθετημένη από τον Γιώργο Σκανδαλάρη.

Εκτός, όμως, από την όψιμη αρχαιότητα και το Βυζάντιο, η Θεσσαλονίκη έχει δημιουργικό παρόν, κι αυτό το ομολογούν όλοι. Στη σύγχρονη τέχνη, ένα από τα σχέδια που προωθούνται το αμέσως επόμενο διάστημα είναι η δημιουργία του «Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης», ενώ το σχετικό ν/σ είναι έτοιμο και αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή εντός εβδομάδων. Ετσι, όπως εξηγεί η Μαρία Τσαντσάνογλου, «εξασφαλίζεται η λειτουργία του ΚΜΣΤ, του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης (ΚΣΤΘ), του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (ΜΦΘ) και του ΜΜΣΤ, αφήνοντας ελεύθερο πεδίο στον κάθε οργανισμό να αναπτύξει τις καλλιτεχνικές του δραστηριότητες ελεύθερα, χωρίς να επικεντρώνεται σε διοικητικά και οικονομικά ζητήματα» – όλα, λοιπόν, για την τέχνη.

Ποιο είναι το κοινό;

Ποιο είναι, όμως, το κοινό για όλες αυτές τις κινήσεις και όλη αυτή την υπερπαραγωγικότητα στις τέχνες, ανεξαρτήτως είδους και εποχής; Φαίνεται ότι τα μουσεία εμπλέκουν όλο και περισσότερο την τοπική κοινωνία, λειτουργώντας, ίσως, ως μια μεγάλη αγκαλιά, ως μια πλατφόρμα, διά της οποίας η σύγχρονη έκφραση της τέχνης μπορεί να συναντήσει το κοινό της. Οι πέντε κυρίες των μουσείων μιλούν ομοθυμαδόν για έλλειψη κεντρικής στρατηγικής στον πολιτισμό, αλλά ομονοούν στο ότι δεν θα σταματήσουν να σκαρώνουν νέα σχέδια προς όφελος, ασφαλώς, των ιδρυμάτων αλλά και, τελικά, της πόλης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ