ΚΟΣΜΟΣ

Ενα βήμα εμπρός και ένα πίσω

ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Καθώς πλησιάζει το τέλος του Ισλαμικού Κράτους σε Συρία και Ιράκ, νέες συγκρούσεις εγγράφονται στην ημερήσια διάταξη, με το κουρδικό πρόβλημα να διαδραματίζει κομβικό ρόλο, προειδοποιούσαν καιρό τώρα οι πιο έγκυροι αναλυτές των δρώμενων στη Μέση Ανατολή. Η εβδομάδα που πέρασε, με τις κατακλυσμιαίες, όσο και αντίρροπες για τους Κούρδους εξελίξεις στις δύο χώρες, δικαίωσε απολύτως αυτές τις εκτιμήσεις.

Υστερα από τρίμηνη πολιορκία, οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), κορμός των οποίων είναι οι μαχητές του αριστερού κουρδικού κόμματος PYD, κατέλαβαν τη Ράκα, «πρωτεύουσα» του χαλιφάτου που είχαν ανακηρύξει οι τζιχαντιστές σε Συρία και Ιράκ. Εχοντας ήδη απελευθερώσει το μεγαλύτερο μέρος του συριακού Κουρδιστάν (Ροτζάβα) στο βόρειο τμήμα της χώρας, κατά μήκος των συνόρων με την Τουρκία, οι Κούρδοι μαχητές, που υποστηρίζονται στρατιωτικά από τις ΗΠΑ, όχι μόνο κερδίζουν σε κύρος και διαπραγματευτική ισχύ, αλλά και επεκτείνουν τα εδάφη που ελέγχουν, πέρα από τις κουρδικές περιοχές της χώρας.

Η εξέλιξη αυτή γιγάντωσε τις ανησυχίες της Τουρκίας, που θεωρεί το PYD παρακλάδι του ΡΚΚ και έχει ήδη επέμβει στρατιωτικά στη βόρεια Συρία για να βάλει σφήνα ανάμεσα στα κουρδικά «καντόνια». Ηδη η Αγκυρα έχει συγκροτήσει «πολιτική διοίκηση» της απελευθερωμένης Ράκα με ενεργούμενά της, ανταγωνιστική προς εκείνη που έχουν διαμορφώσει οι SDF.

Γεγονός είναι ότι ενδεχόμενη διοίκηση της αραβικής πόλης από το κουρδικό στοιχείο θα αντιμετωπιζόταν από πολλούς κατοίκους της ως ξένη κατοχή, κάτι που θα διευκόλυνε ένοπλη επέμβαση είτε της Τουρκίας είτε της κυβέρνησης Ασαντ. Οι Κούρδοι της Συρίας το γνωρίζουν, γι’ αυτό και είναι πολύ προσεκτικοί, δίνοντας έμφαση στις συμμαχίες με αραβικές δυνάμεις. Αλλωστε, όσα συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα στο γειτονικό ιρακινό Κουρδιστάν τούς υπενθύμισαν πόσο γρήγορα μια ασταθής νίκη μπορεί να μετατραπεί σε συντριπτική ήττα.

Στις 25 Σεπτεμβρίου, οι Κούρδοι πανηγύριζαν με χορούς και τραγούδια το «Ναι» στο δημοψήφισμα της ανεξαρτησίας που οργάνωσε ο πρόεδρος του ιρακινού Κουρδιστάν, Μασούντ Μπαρζανί, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις της Βαγδάτης, της Αγκυρας, της Τεχεράνης, αλλά και όλων των μεγάλων δυνάμεων. Δημοψήφισμα που έλαβε χώρα όχι μόνο στα εδάφη της κουρδικής αυτόνομης περιοχής (KRG), αλλά και σε εκείνα που είχαν καταλάβει οι Κούρδοι μαχητές (Πεσμεργκά) το 2014, εκδιώκοντας το Ισλαμικό Κράτος, συμπεριλαμβανομένου του πολυεθνικού Κιρκούκ, εκ των κυριότερων κέντρων της ιρακινής παραγωγής πετρελαίου.

Φόβος για εμφύλιο

Χαράματα Δευτέρας, επίλεκτες δυνάμεις του ιρακινού στρατού και σιιτικές πολιτοφυλακές (PUM) που υποστηρίζονται από το Ιράν ανακατέλαβαν, χωρίς να συναντήσουν σοβαρή αντίσταση από τους Πεσμεργκά, το Κιρκούκ. Μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα, είχαν προελάσει σε όλες τις διαφιλονικούμενες περιοχές του βορείου Ιράκ, εκδιώκοντας τους Κούρδους και επαναφέροντας τα σύνορα στο καλοκαίρι του 2014. Ειδικά η απώλεια του Κιρκούκ –«Ιερουσαλήμ των Κούρδων», στη συνείδηση αυτού του έθνους χωρίς κράτος– αποτέλεσε βαρύτατο πλήγμα για τον Μπαρζανί, η καρέκλα του οποίου πλέον τρίζει πολύ επικίνδυνα. Ο ίδιος κατηγόρησε το αντίπαλο κουρδικό κόμμα PUK –που έχει παραδοσιακά καλές σχέσεις με το Ιράν, ενώ ήταν δίβουλο στο θέμα του δημοψηφίσματος– για «προδοσία». Οι επικριτές του χρεώνουν στον ίδιο την ευθύνη για τον καιροσκοπισμό του δημοψηφίσματος και τη διάσπαση του εσωτερικού μετώπου.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που φοβούνται έναν νέο κουρδικό εμφύλιο πόλεμο, όπως εκείνον του 1996, που έφερε σε σύγκρουση το PUK με το KDP του Μπαρζανί και ξεπεράστηκε μόνο με άμεση μεσολάβηση των ΗΠΑ.

Σε κάθε περίπτωση, η σύγκρουση για το Κιρκούκ συνιστά κραυγαλέα αποτυχία για τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Αμυνας Τζιμ Μάτις. Δύο στρατοί που εξοπλίστηκαν και εκπαιδεύτηκαν από τους Αμερικανούς, ο κυβερνητικός στρατός του Ιράκ και οι Κούρδοι Πεσμεργκά, ήρθαν σε σύγκρουση, με την Ουάσιγκτον απλώς να νίπτει τας χείρας της. Ακόμη χειρότερο, η ανατροπή στο βόρειο Ιράκ ενίσχυσε έτι περαιτέρω την ιρανική επιρροή.

Οπως μαρτυρούν αραβικές, κουρδικές και ισραηλινές πηγές, το γενικό πρόσταγμα στην εκστρατεία για την ανακατάληψη του Κιρκούκ είχε ο Ιρανός στρατηγός Σουλεϊμανί, επικεφαλής επίλεκτων δυνάμεων των Φρουρών της Επανάστασης, ο οποίος εγκαταστάθηκε έξω από το Κιρκούκ δύο εικοσιτετράωρα πριν από την τελική έφοδο.

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, η κυβέρνηση του Μπαρζανί συγκέντρωνε σημαντικές δυνάμεις των Πεσμεργκά έξω από το Κιρκούκ –κάποια μέσα μιλούσαν για δεκάδες χιλιάδες άνδρες– απειλώντας με αντεπίθεση για την «απελευθέρωση» της πόλης. Δεν ήταν όμως σαφές αν επρόκειτο για απλούς λεονταρισμούς ή για πραγματικό σχεδιασμό. Γεγονός είναι ότι οι Αμερικανοί, που έχουν επενδύσει πολλά στο ιρακινό Κουρδιστάν, όπως και οι Τούρκοι, που βλέπουν στον Μπαρζανί ένα κουρδικό αντίβαρο στο PYD και στο ΡΚΚ, έχουν ισχυρούς λόγους να κρατήσουν στη θέση του τον αποδυναμωμένο ηγέτη. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι είναι ακόμη σε θέση να το πετύχουν.

Ρωσία και Ισραήλ

Την ώρα που ο ιρακινός στρατός ολοκλήρωνε τις επιχειρήσεις του εναντίον των Κούρδων στο βόρειο Ιράκ, ο Ρώσος υπουργός Aμυνας Σεργκέι Σοϊγκού βρισκόταν στο Τελ Αβίβ. Σε συνέχεια αυτής της επίσκεψης, την περασμένη Τετάρτη, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Οπως ανακοινώθηκε από το Κρεμλίνο, οι εξελίξεις στο ιρακινό Κουρδιστάν, όπως και εκείνες στη Συρία, ήταν από τα βασικά αντικείμενα της συζήτησης.

Το Ισραήλ έχει ισχυρούς λόγους να ανησυχεί για τις εξελίξεις στο βόρειο Ιράκ. Διατηρώντας στενούς δεσμούς με τους Κούρδους εδώ και δεκαετίες, ήταν η μόνη χώρα που στήριξε πολιτικά το δημοψήφισμα. Το κυριότερο, το Ισραήλ ανησυχεί για την αυξανόμενη επιρροή του Ιράν τόσο στο Ιράκ όσο και στη Συρία. Με δεδομένη την προφανή αδυναμία των Αμερικανών να παρέμβουν αποφασιστικά στα δρώμενα, δεν ήταν παράξενο που ο Νετανιάχου επείγεται να έρθει σε κάποιου είδους συνεννόηση με το Κρεμλίνο.

Eχοντας διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, υπέρ της κυβέρνησης Aσαντ, η Ρωσία προβάλλει σήμερα ως η μόνη ισχυρή δύναμη που μπορεί να συνομιλεί και να επηρεάζει όλες τις πλευρές. Αξιόπιστες διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι οι πιεστικές συμβουλές της Ρωσίας έχουν κάμψει την αρχική αδιαλλαξία της Δαμασκού και ότι ο πρόεδρος Aσαντ είναι έτοιμος να δεχθεί τον μετασχηματισμό του κράτους σε ομοσπονδία, στο πλαίσιο της οποίας η Ροτζάβα, το συριακό Κουρδιστάν, θα έχει διευρυμένη αυτονομία. Τα συμφέροντα της Ρωσίας είναι ισχυρά και στο ιρακινό Κουρδιστάν, όπου πρόσφατα η Rosneft έκανε μεγάλες επενδύσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ