ΒΙΒΛΙΟ

Ποιος είναι ο φύλακας της λέξης;

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Σκηνή από την ταινία «Λίνκολν» με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις. Στο πρώτο του μυθιστόρημα «Λήθη και Λίνκολν», ο συγγραφέας Τζορτζ Σόντερς καταπιάνεται με το αβάσταχτο θέμα της απώλειας.

GEORGE SAUNDERS
Λήθη και Λίνκολν
μτφρ.: Γιώργος – Ικαρος Μπαμπασάκης
εκδ. Ικαρος, σελ. 472

Το πρώτο μυθιστόρημα του διηγηματογράφου Τζορτζ Σόντερς μοιάζει με χαρτόκουτο: καθώς το ανοίγω, από μέσα ξεγλιστρούν φωνές που σέρνονται στο πάτωμα κι έρχονται προς το μέρος μου. Είναι φωνές φαντασμάτων που περιμένουν στον λάκκο του «μπάρντο» –το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στη ζωή και στη νέα γέννηση, σύμφωνα με τη βουδιστική παράδοση– και συνωστίζονται, κατά τη διάρκεια μιας νύχτας, προκειμένου να πουν τις προσωπικές τους ιστορίες, με αφορμή την άφιξη του μικρού Γουίλι. Είναι Φεβρουάριος του 1862, ο αμερικανικός εμφύλιος βρίσκεται σε εξέλιξη και ο εντεκάχρονος γιος του Αβραάμ Λίνκολν δεν ζει πια.

Το βιβλίο θα μπορούσε να σταματήσει σε μια δύσκολη φράση της σελίδας 38: « [...] για φαντάσου, Αντριου, την οδύνη του να πρέπει να αφήσεις τον ακριβό σου γιο μες στην κρύα πέτρα λες κι είναι κάνα πουλάκι τσακισμένο και μετά να συνεχίσεις τον δρόμο σου». Αποφασίζω να μη συνεχίσω την ανάγνωση, όμως δεν προλαβαίνω, ο μηχανισμός του Σόντερς έχει ήδη ενεργοποιηθεί. Τσίμπημα στο δέρμα, ελαφρύς πόνος, και το υγρό περνά σε μια φλέβα φόβου, και σε μια μεγαλύτερη, γεμάτη εικόνες από το παρελθόν, που δεν θέλουν να παλιώσουν. Από μέσα μου, μια σκηνή εικοσαετίας ξεπηδά: εκείνο το βράδυ, μετά την ταφή, που ρουφούσαμε τη ζεστή ψαρόσουπα, ενώ αυτός είχε μείνει, για πάντα, κάτω από το παγωμένο μάρμαρο.

Ο Σόντερς πιάνει το θέμα της απώλειας και το βάζει απαλά μπροστά στα μάτια μου και με το άλλο χέρι προσθέτει ένα ζύγι χαράς, για ν’ αντισταθμίσει το φορτίο της λύπης, καταφέρνοντας να μ’ αφήσει μετέωρο ανάμεσα στη ζωή και στην άλλη ζωή, στο δικό μου λογοτεχνικό μπάρντο: να μείνω εκεί, στις σελίδες του βιβλίου, ή να επιστρέψω στην καθημερινότητά μου;

Στον βαθμό που η λογοτεχνία είναι η ηχώ μιας άγνωστης ονειρικής ζωής, δεν φεύγω. Αντιθέτως. Ακολουθώ τους τρεις βασικούς ήρωες-φαντάσματα του βιβλίου, που με ξεναγούν σ’ αυτήν την εξωπραγματική περιοχή: τον χανς βόλμαν, τον ρότζερ μπέβινς iii, τον αιδεσιμώτατο έβερλι τόμας –τα ονόματά τους με πεζά γράμματα, έτσι τα θέλει ο συγγραφέας, αφού φαντάζομαι πως τα κεφαλαία κάπου χάθηκαν στην προηγούμενη ζωή τους, οι οποίοι με παρασύρουν στις ιστορίες τους, με συστήνουν στους βασανισμένους συντρόφους τους, καθώς, χάρη σ’ αυτά τα κύματα ιστοριών και γνωριμιών, μεταμορφώνομαι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Αναγνώστης που μπερδεύεται, αναγνώστης που εκπλήσσεται, αναγνώστης που κλαίει, αναγνώστης που αισθάνεται ατόφια απόλαυση διαβάζοντας το «Λήθη και Λίνκολν». Μια τόσο ωραία παρήχηση για μια παράδοξη ελληνική απόδοση ενός τόσο απλού τίτλου: «Lincoln in the Bardo» ή «Ο Λίνκολν στο Μπάρντο», λες και πρόκειται για ένα θέρετρο αναψυχής στο Κεντάκι, γενέτειρα του προέδρου.

Ο Σόντερς θυμίζει μίμο φωνών. Οι φωνές υψώνονται μέσα από το βιβλίο και ο Σόντερς είναι ο φύλακας των λέξεών τους. Είναι σαν να λέει: «Κοιτάξτε! Υπάρχουν δεκάδες στοιβαγμένες φωνές. Και ήρθε η ώρα να μιλήσουν».

Κομμάτια μνήμης

Μόνο που δεν είναι φωνές, δεν είναι φαντάσματα, δεν είναι φωνές φαντασμάτων. Είναι κομμάτια μνήμης που αρνούνται να χαθούν.

Ο άδοξος βίος μιας συζύγου που δεν εκπλήρωσε τις προσδοκίες της, η ενοχή ενός λοχαγού που δεν άντεξε να μην απατήσει τη σύζυγό του, μια μητέρα που έχασε την κόρη της από κεραυνό, ένας Αφροαμερικανός σκλάβος που εξεγείρεται, αφηγήσεις ανακατεμένες με απομνημονεύματα και μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την εποχή και συναναστράφηκαν τον Λίνκολν, ένας ανόμοιος όχλος που βιάζεται ν’ απαντήσει γρήγορα στην ερώτηση της σελίδας 262 –«Πώς έζησες;»– για να έρθει η οριστική απάντηση: «Κανείς μας δεν υπήρξε, είπε. Ούτε και θα υπάρξει». Αποθαρρυντική απόκριση, μα ανακουφιστική, όπως ακριβώς το μυθιστόρημα του Σόντερς.

Το «Λήθη και Λίνκολν» δεν είναι μυθιστόρημα, δεν είναι θεατρικό έργο, δεν είναι ποίηση, δεν είναι διήγημα, εντούτοις φαίνεται να κατοικεί σ’ εκείνο τον χώρο που αφήνουν όλα τα λογοτεχνικά είδη, λίγο προτού μετουσιωθούν σ’ αυτό που τους επιβάλλουν τα χαρακτηριστικά τους. Είναι περισσότερο η επικράτεια της ποίησης στο μυθιστόρημα, ένα ποίημα παγιδευμένο στο χαρτόκουτο της μεγάλης φόρμας, αράδες «σαν παγιδευμένα πουλιά», ενώ, επιπλέον, το βιβλίο του Σόντερς διαθέτει το χάρισμα δύο ακόμη αντίρροπων χαρακτηριστικών: είναι πρωτότυπο –όσο ο «Πέδρο Πάραμο» του Ρούλφο, η «Ερημη Χώρα» του Ελιοτ, η «Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ» του Λι Μάστερς– και την ίδια στιγμή παλιό, όπως ακριβώς η παραπάνω τριάδα. Επομένως, η περίπτωση να εξαντληθεί άμεσα η συνθετική του πρωτοτυπία αναχαιτίζεται από το γεγονός πως το βιβλίο τρέφεται από μια άχρονη ρίζα· είναι ήδη παλιό. Και το παλιό παλιώνει πιο αργά από το καινούργιο.

Οπως τα φαντάσματα περνάνε μέσα στο σώμα του Αβραάμ Λίνκολν που ξενυχτά τον Γουίλι στο νεκροταφείο, και αποκτούν το καλούπι του, έτσι και το βιβλίο περνά μέσα μου κι εγκαθίσταται εκεί: κάθεται, ανάβει φωτιά, σιγοβράζει τη σούπα του, και αφού χορτάσει, ξαπλώνει. «Ποιος είναι ο φύλακας της λέξης;», αναρωτιέται συντετριμμένος ο Λίνκολν σε κάποια σελίδα. Κι εγώ τελειώνω την ανάγνωση και δεν θέλω να γράψω τίποτα, δεν υπάρχει λόγος να γράψω κάτι. Και γράφω.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ