ΒΙΒΛΙΟ

Διά πυρός και σιδήρου

ΧΡΗΣΤΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ
Οι Κόρες του Ηφαιστείου
εκδ. Πόλις, σελ. 218

​Ο​ι Κόρες και οι Γιοι του Ηφαιστείου είναι προφανώς παράξενα πλάσματα, πλάσματα άλογα πλασμένα. Είναι παιδιά της λάβας, που ξεχύνεται από ένα ηφαιστειώδες νησί καταμεσής της Αχερουσίας, αλλά μάλλον ο κρατήρας του χαίνει στο μυαλό ενός συγγραφέα. Πέρα από τις αλλόκοτες ιστορίες όπου περιδινούνται, στην ουσία δεν είναι παρά αβάσταχτα απελπισμένοι άνθρωποι που σπαράζουν από την ελπίδα ενός θαύματος. Διότι, όπως ευφυώς γράφει ο Οικονόμου, «η αληθινή ελπίδα έχει χαρακτήρα απολύτως τραγικό, αφού γεννιέται από τη σύγκρουση της αλήθειας με τον εαυτό της».

Στο διήγημα «Νεράιδες στο ορυχείο», από τα πιο ευφάνταστα της συλλογής, ο συγγραφέας μάς διαβεβαιώνει πως τα Παιδιά της Λάβας θα σωθούν εντέλει «από τη μεγάλη έκρηξη». Βαφτισμένα με στάχτη και φωτιά θα αναληφθούν μακριά από τον επίγειο όλεθρο και θα χαθούν «μες στην απέραντη καλοσύνη του ουρανού». Μία από τις απολυμένες εργάτριες του ορυχείου, που έχουν ακροβολιστεί στις όχθες των ρημαγμένων στοών αναμένοντας την ανάδυση νεραϊδών, νιώθει το ανασάλεμα του μαύρου νερού να την τραβάει σαν μαγνήτης, να της τραβάει το δέρμα και να ξεκολλάει τη σάρκα από τα κόκαλά της. Νιώθει όλο της τον κόσμο να τραβιέται μακριά της, να βουλιάζει στα λύματα-νάματα που καταπίνουν τη φωνή της και μαζί «κάθε γνώση, κάθε δύναμη, κάθε ανάμνηση». Το μόνο που απομένει από την ύπαρξή της είναι ένα άηχο, αφόρητα επώδυνο, ουρλιαχτό. «Εχω γίνει ολόκληρη –είμαι ολόκληρη– μια τυφλή κραυγή φυλακισμένη μέσα σε αόρατους τοίχους».

Οι ήρωες του Οικονόμου βρίσκονται στην πιο διάπυρη στιγμή τους. Αισθάνονται την πραγματικότητα σαν κάψιμο στο δέρμα τους και αδημονούν να τη γδάρουν από πάνω τους. Παραπαίουν μεταξύ μυστικισμού και μηδενισμού. Αλλόφρονες όντας, αφοσιώνονται ολόψυχα στην απαντοχή χιμαιρικών ονείρων. Κοιτάζουν τον ουρανό με βλέμμα αγριεμένο και πάντοτε υγρό, καθώς το βρέχει «ο ιδρώτας των ματιών που πασχίζουν να δουν κάθε φορά το φως μες στο σκοτάδι». Η απόγνωσή τους αποθηριώνει τη φαντασία τους. Πιστεύουν στα ιερά και τα όσια, σε σημεία και τέρατα, σε αγγέλους και αρχαία ρομπότ, σε νήδυμα παραμύθια, σε θαυματουργικές ιάσεις και ιαματικά φτεροκοπήματα πάνω σε ιπτάμενα χαλιά, πιστεύουν ότι «η πίστη είναι η τρίτη διάσταση του δισδιάστατου ανθρώπου». Τους αποτρελαίνει η αδήριτη ανάγκη ενός καταφυγίου. Μια γυναίκα, μολονότι την τρομάζει η λυπομανία του συζύγου της, τολμάει τελικά να περιβληθεί μια πανοπλία παρόμοια με τη δική του, γιατί καταλαβαίνει πως η σκευή της αγάπης περιλαμβάνει και τις αδυναμίες τού άλλου. Αλλη ακολουθεί τον άντρα της μέχρι την αντίπερα όχθη για να του ράψει τα ξηλωμένα κουμπιά στη ζακέτα του, αλλά και για να επιστρέψει στη σκιά το σώμα της και την καρδιά στην καρδιά της.

Η εικονογραφία των διηγημάτων καθηλώνει. Οι κατακλείδες τους συνταράζουν. Ακόμα και πεζά αποτυχημένα, όπως το σαρκαστικά μεταμοντέρνο «Μια φοβερή παρηγοριά», τελειώνουν εκπληκτικά. Το πρόβλημα είναι τα τεχνάσματα που μετέρχεται ο Οικονόμου προκειμένου να καθυστερήσει τον σπαραγμό των καταληκτικών φράσεων. Ενας ορυμαγδός ευφυολογημάτων, σοφιστειών και διανοουμενίστικων αστεϊσμών στέκεται σαν παρανοϊκό ανάχωμα στο κέντρο των κειμένων, αναχαιτίζοντας την ορμή του πόνου. Το εύρημα δεν είναι άστοχο. Η καρναβαλική μεταμφίεση της οδύνης υπαινίσσεται την τρομακτική έντασή της. Ομως, ο Οικονόμου δεν δείχνει καμία πρόθεση να ελέγξει την υπερχείλιση της παράνοιας και αυτή η αμέλεια αποβαίνει καταστροφική σε ορισμένα διηγήματα.

Ενα αντρόγυνο και ένας ηλικιωμένος ανεβαίνουν στην ταράτσα, όπου έχουν στήσει έναν πελώριο προβολέα που σημαδεύει τον σκοτεινό ουρανό. Η μυρωδιά της φωτιάς δεν φτάνει εκεί πάνω. Και οι τρεις τους πιέζουν με δύναμη τον μοχλό της μηχανής, στέλνοντας «σήματα σε ουρανούς πέρα από τον δικό μας». Το φως του προβολέα σκίζει τη νύχτα, «ένα πελώριο φωτεινό σπαθί που φτάνει πέρα μακριά στον ορίζοντα, ένα φωτεινό σπαθί που ξεκοιλιάζει απόψε το σκοτάδι». Ενα συνταρακτικό τέλος για ένα βιβλίο που, παρά τις σποραδικές του πτώσεις, μας επιφυλάσσει απρόσμενες κορυφώσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ