ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ*

Πολιτική αμεροληψία και ανεξάρτητες αρχές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​παρουσία του αντιπροέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΕΤ), Ν. Παπαουλάκη, σε συνάντηση εργασίας μεταξύ της τομεάρχου Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, Α.-Μ. Ασημακοπούλου, και εκπροσώπων των ραδιοφωνικών σταθμών επανέφερε στον δημόσιο διάλογο τον προβληματισμό περί «της ανεξαρτησίας των ανεξάρτητων». Ειδικότερα, την αρχική σύγχυση που επικράτησε ως προς την ακριβή ιδιότητα του αντιπροέδρου - συνεργάτη της τομεάρχου διαδέχτηκε η αμηχανία για τη θεσμική του ταυτότητα στο πλαίσιο της επίμαχης συνάντησης.

Η συζήτηση που ακολούθησε –ενίοτε σε τόνους υψίσυχνους– δεν εισφέρει, δυστυχώς, νέα δεδομένα στην ελληνική εμπειρία των ανεξάρτητων αρχών. Με ληξιαρχική αφετηρία μόλις τη δεκαετία του ’90, η λειτουργία τους έχει ήδη εισέλθει σε φάση θεσμικής ωριμότητας. Ωστόσο παραμένουν ανοικτά μέχρι σήμερα αρκετά ζητήματα που αφορούν τόσο την οντολογία και τη νομιμοποίησή τους όσο και τη θέση τους στο σύστημα διάκρισης των εξουσιών. Ομοίως, συνεχίζει να προβληματίζει η αναγωγή τους στη δημοκρατική αρχή καθεαυτήν, καθώς επίσης και η αναφορά τους στις κλασικές μεθόδους κοινοβουλευτικής λογοδοσίας.

Η περιρρέουσα καχυποψία που αποδίδει στις ανεξάρτητες αρχές ρόλο εμβόλιμο στο φυσικό κανονιστικό και ρυθμιστικό περιβάλλον της εκτελεστικής εξουσίας συνδέει κυρίως τη σταθερά αυξανόμενη παρουσία τους με υποχώρηση των δημοκρατικών εγγυήσεων. Διαβλέπει δηλαδή στην πληθωριστική τους διασπορά την απόπειρα υπεξαίρεσης ζωτικών πεδίων αρμοδιότητας της κατεστημένης διοίκησης, με επακόλουθο την άμβλυνση των μηχανισμών κοινοβουλευτικού ελέγχου. Σημειωτέον δε ότι μεταξύ των πεδίων που παραχωρήθηκαν προς ρύθμιση στις ανεξάρτητες αρχές περιλαμβάνονται οι νέες τεχνολογίες και σημαντικοί τομείς της αγοράς, όπως ενδεικτικά η διαχείριση των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων, ζητήματα ενεργειακής πολιτικής κ.ο.κ.

Τα ανελαστικά και ιδιαιτέρως αυστηρά ασυμβίβαστα που προβλέπει ο νόμος για τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών λειτουργούν ως αναγκαία αντισταθμίσματα στις διευρυμένες εξουσίες τους. Συνδέονται δε με την κολοβή –ελλειμματική, κατά μία έννοια– νομιμοποίησή τους, καθόσον ο ορισμός τους πάσχει δικαιοπολιτικά –ή έστω είναι ατελής– ως προς το όργανο επιλογής. Ειδικότερα, για την ΕΕΤΤ ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι διορίζονται από το υπουργικό συμβούλιο ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και πρόταση του υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, τα δε μέλη της Αρχής διορίζονται από τον αρμόδιο υπουργό.

Ως προς την προγραμματική αποστολή της Αρχής, ο ιδρυτικός της νόμος την αναγορεύει σε Εθνική Ρυθμιστική Αρχή για θέματα παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Επίσης, στον ίδιο νόμο, μεταξύ των ασυμβιβάστων που μπορούν να οδηγήσουν σε έκπτωση μέλους, περιλαμβάνονται πράξεις, έργα ή κτήση ιδιότητας που, «κατά την κρίση της ΕΕΤΤ, δεν συμβιβάζεται με τα καθήκοντα του [ελεγχόμενου] ως μέλους της ΕΕΤΤ». Ομοίως, στην ενδεικτική απαρίθμηση των πειθαρχικών παραπτωμάτων που μπορούν να υποπέσουν τα μέλη της Αρχής συγκαταλέγεται και «η παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας».

Η πολιτική ουδετερότητα συνιστά αυτονόητη υποχρέωση των μελών. Ακόμη και στην περίπτωση των συνταγματικά κατοχυρωμένων Αρχών, όπου η υπόδειξη των μελών γίνεται από τα πολιτικά κόμματα, κατά τον λόγο της κοινοβουλευτικής τους δύναμης, η ουσιαστική νομιμοποίηση των μελών, καθώς και η προσήλωσή τους στο έργο που ορίστηκαν να επιτελέσουν, δεν αφήνει περιθώρια εκλεκτικών συναφειών με τα κομματικά περιβάλλοντα. Εκπτώσεις από το αφετηριακό αξίωμα της πολιτικής ανεξιθρησκίας επιφέρουν τραύματα –ενίοτε δε και ανήκεστο βλάβη– στην αξιοπιστία της Αρχής και, κυρίως, στην έξωθεν μαρτυρία περί της ανεξαρτησίας της. Η υπολειπόμενη νομιμοποίηση των Αρχών –ή αλλιώς, η απώλεια του ηθικού ερείσματός τους– εντός του κοινωνικού πλαισίου, το οποίο εντέλει καλούνται εκ της αποστολής τους να ρυθμίσουν, αναιρεί την ίδια τη δικαιοκρατική τους ταυτότητα.

Ωστόσο, η ευθυγράμμιση των ανεξάρτητων αρχών με τα maxima της χρηστής διοίκησης είναι κάτι πολύ σοβαρό για να το εμπιστευθεί κανείς μόνο στους νομικούς κανόνες. Τις μείζονες εγγυήσεις επ’ αυτού διασφαλίζουν κυρίως ο θεσμικός πατριωτισμός και η αυτοδέσμευση των εγνωσμένου κύρους μελών τους.

Υπό την έννοια αυτή κυρίως, μικρή σημασία έχει η άτυπη ή θεσμοθετημένη σχέση του μέλους της ΕΕΤΤ με επιτελικό, κομματικό στέλεχος της αντιπολίτευσης. Το επίδικο είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση παραμένει το ίδιο – η ρωγμή που υφίσταται η εμπιστοσύνη στην ανεξάρτητη, αμερόληπτη και χωρίς προνομιακές επιρροές κρίση που καλείται να εκφέρει το μέλος κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Πολύ περισσότερο δε καθώς πρόκειται για οιονεί δικαιοδοτική κρίση, στη διαμόρφωση της οποίας η αμεροληψία προϋποτίθεται ως δικαιοκρατικό sine qua non.

Για τον λόγο αυτό, η ποινικοποίηση ή «πειθαρχικοποίηση» της εσωτερικής λειτουργίας των Αρχών δεν προκρίνεται ως ο προσφορότερος τρόπος για να περισωθεί το κύρος τους ή έστω τα εμπράγματα προσχήματα, κατά περίπτωση. Η διακινδύνευση της ανεξαρτησίας συναρτάται κυρίως με την πολιτική ευθύνη, τόσο του αρμόδιου οργάνου, κατά την επιλογή των μελών, όσο και των ίδιων των μελών, κατά την άσκηση των λειτουργικών τους καθηκόντων.

Εξάλλου, η προσήλωση των ανεξάρτητων αρχών στις αρχές της ανεξαρτησίας προσδίδει προστιθέμενη αξία στον δημόσιο ρόλο τους και εμβαθύνει το θεσμικό τους αποτύπωμα. Ακριβώς επειδή (μνημονεύοντας John Locke) «ο σκοπός του νόμου δεν είναι να καταργήσει ή να περιορίσει, αλλά να διαφυλάξει και να μεγεθύνει την ελευθερία».

* Η κ. Κατερίνα Παπανικολάου είναι δικηγόρος - μέλος της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ