ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Παγώνουν» έως το 2018 οι εκδόσεις εταιρικών ομολόγων

ΑΝΕΣΤΗΣ ΝΤΟΚΑΣ

Η βασική αιτία που στρέφει τους καταθέτες στις ομολογιακές εκδόσεις είναι η χαμηλή απόδοση των προθεσμιακών καταθέσεων.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Φρένο» στις νέες εκδόσεις εταιρικών ομολόγων που ήταν σχεδιασμένες να πραγματοποιηθούν μέχρι τέλους της χρονιάς φαίνεται να προκαλεί η έντονη δυσαρέσκεια των τραπεζών για την «αιμορραγία» καταθέσεων σε μια δύσκολη περίοδο, λόγω capital controls. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Κ», η φετινή άντληση κεφαλαίων ύψους 616 εκατ. ευρώ από τις εκδόσεις εταιρικών ομολόγων το δεκάμηνο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2017 δημιούργησε αρνητικό κλίμα στις τράπεζες, καθώς, εκτός από την εκροή κεφαλαίων από τους προθεσμιακούς-καταθετικούς λογαριασμούς των μικροεπενδυτών προς την αγορά εταιρικών ομολόγων, διαπιστώθηκε και το φαινόμενο αρκετοί βασικοί μέτοχοι να μεταφέρουν κεφάλαια από τη μία τράπεζα που είχαν λογαριασμό σε άλλη τράπεζα που ήταν σύμβουλος έκδοσης των εταιρικών ομολόγων, για να αποκτήσουν ομολογίες. Ετσι, αυτή η εικόνα διατάραξε τις ισορροπίες και τον ανταγωνισμό, με αποτέλεσμα να έχουν ασκηθεί σημαντικές πιέσεις των τραπεζών προς τις αρμόδιες αρχές του Χρηματιστηρίου, προκειμένου να υπάρξει περίοδος «παγώματος» των εκδόσεων.

Η βασική αιτία που στρέφει τους καταθέτες στις ομολογιακές εκδόσεις που έχουν υπερκαλυφθεί είναι η χαμηλή απόδοση των προθεσμιακών καταθέσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μέσο επιτόκιο στις προθεσμιακές καταθέσεις έχει υποχωρήσει περίπου στο 0,5%, ακόμη και για μεγάλα ποσά, τη στιγμή που το μέσο επιτόκιο των εταιρικών ομολόγων κυμαίνεται σήμερα μεταξύ 2,8% και 4,2%. Οι επενδυτές αυτής της κατηγορίας είναι μικροεπενδυτές και το μέσο ποσό τοποθέτησης είναι μεταξύ 20.000 και 30.000 ευρώ. Ετσι, παρά το γεγονός ότι οι μικροεπενδυτές φεύγουν από προθεσμιακές καταθέσεις για να τοποθετηθούν σε εταιρικά ομόλογα, έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς δεν επιζητούν μόνον την ασφάλεια των χρημάτων. Οπως εξηγούν τραπεζικά στελέχη, πρόκειται για συνειδητοποιημένη κατηγορία μικροεπενδυτών που γνωρίζει ότι το κεφάλαιο το «εγγυάται» ο εκδότης και τοποθετείται γιατί πιστεύει στις προοπτικές της επιχείρησης. Παράλληλα, αυτή η κατηγορία είναι σε θέση να γνωρίζει και τους κινδύνους της επένδυσής της, αφού πρόκειται για διαπραγματεύσιμο τίτλο στη δευτερογενή αγορά, που υπόκειται στις αβεβαιότητες των επιχειρηματικών επιλογών της συγκεκριμένης επιχείρησης ή της οικονομίας γενικότερα.

Σύμφωνα με στοιχεία από τις τράπεζες, ο κύριος όγκος των κεφαλαίων που τοποθετούνται σε εταιρικές ομολογιακές εκδόσεις από μικροεπενδυτές-πελάτες των τραπεζών προέρχεται από τις καταθέσεις. Συγκεκριμένα, το 70% των ποσών που επενδύονται σε ελληνικά εταιρικά ομόλογα αυτής της κατηγορίας είναι κεφάλαια που μεταφέρονται από τις καταθέσεις που τηρούν στις τράπεζες, ενώ ένα μικρότερο ποσοστό, της τάξης του 20%, είναι από χρήματα που βγαίνουν από θυρίδες ή μετρητά που διακινούνται εκτός τραπεζικού συστήματος. Πολύ μικρότερο, και συγκεκριμένα κοντά στο 10%, είναι το ποσοστό των χρημάτων που επενδύονται σε εταιρικές εκδόσεις και το οποίο προέρχεται από χρήματα του εξωτερικού. Πρόκειται για το νέο χρήμα που μπορεί να εισαχθεί στη χώρα για να επενδυθεί ή να κατατεθεί στις τράπεζες και το οποίο, παρά το γεγονός ότι έχει δικαίωμα επανεξαγωγής, χωρίς περιορισμό, παραμένει διστακτικό λόγω της αβεβαιότητας που συντηρείται στην εγχώρια οικονομία.

Το πλεονέκτημα της εγχώριας αγοράς εταιρικών ομολόγων –που εισήλθε στον δεύτερο χρόνο λειτουργίας– δεν είναι η ρευστότητα, αφού οι αγοραπωλησίες είναι ελάχιστες, αλλά το υψηλό τοκομερίδιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ