ΒΙΒΛΙΟ

Ο βαθμός δυσκολίας τού δύο

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΖΑΜΙΩΤΗΣ
Ισως την επόμενη φορά
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 240

Ο​​πωσδήποτε τίποτα καλό δεν μπορεί να συμβεί, όταν ένας συγγραφέας εκτίθεται στην πραγματικότητα. Πόσο μάλλον, αν τύχει και ερωτευτεί την ιδανική του αναγνώστρια. Διότι τέτοιες ιδανικές υπάρξεις απλώς δεν υπάρχουν. Βέβαια, μέχρι το τετελεσμένο της απομάγευσης, μεσολαβούν χίλιες δυο ευφραντικές αυταπάτες, που προστατεύουν το βλέμμα από την υπεριώδη ακτινοβολία της πραγματικότητας. Οι εραστές του βιβλίου δεν πρωτοτυπούν. Αντιθέτως, σπεύδουν να προσβληθούν από όλη τη συμπτωματολογία της κεραυνοβόλου ερωτικής ευτυχίας τους. Η υπερδιέγερση του ναρκισσισμού εναλλάσσεται με τις νευρώσεις της ανασφάλειας, η πλησμονή της σάρκας καταρρακώνεται από σκευωρίες του μυαλού, οι ανείπωτες ελεγείες καταλήγουν στριγγοί εξάψαλμοι, η επιφύλαξη κατατροπώνει κάθε διάθεση παράδοσης. Η ζωή ξαναγίνεται συνηθισμένη. Και φευ ασφαλής, καθότι ενικού αριθμού.

Τόσο ο Πέτρος όσο και η Βασιλική έχουν λίγο-πολύ εξαντλήσει το πλεόνασμα των δυνατοτήτων τους. Και οι δύο φοβούνται πως δεν τους περισσεύει τίποτα άλλο για να χάσουν ή να δώσουν. Δεν πιστεύουν πως έχουν να περιμένουν πολλά από τον χρόνο ούτε νομίζουν ότι τους απομένει καθόλου κουράγιο για να σηκώσουν ανάστημα. «Στο κεφάλι ενός καθ’ έξιν μελαγχολικού όπως ο Πέτρος υπάρχουν πολλών ειδών διαβαθμίσεις αυτοκαταστροφικής παραφοράς». Οταν βλέπει τη Βασιλική να διαβάζει ένα μυθιστόρημά του, τα ενδεχόμενα της ζωής του δείχνουν αίφνης δελεαστικά. Εκείνη, πάλι, σκέφτεται, όχι χωρίς φόβο, πως αυτός ο γοητευτικός άντρας ενδέχεται να είναι ο σωστός. Η συνάντησή τους τη φέρνει «αντιμέτωπη με μια δωδέκατη ευκαιρία στην αέναη αναζήτηση για λίγη πραγματική συγκίνηση». Δεν μπορεί να φανταστεί πως, όταν τον καλεί στο σπίτι της, εκείνος τρομάζει στην ιδέα ότι «μπορεί όντως και να βρίσκεται στο σωστό σπίτι με τη σωστή γυναίκα».

«Η αποθέωση των μέσων όρων έγκειται στη βεβαιότητα ότι η μετριότητα δεν αποτελεί κανένα έγκλημα για το οποίο πρέπει να ντρέπεται κανείς. Η κοινή λογική διδάσκει πως η συνετή διαχείριση του ελάχιστου κάνει θαύματα». Οι παραπάνω φράσεις θα μπορούσαν να είναι μότο σε κάθε βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη. Ακόμα και σε αυτό το φαινομενικά ανάλαφρο μυθιστόρημα, που μπορεί να διαβαστεί σαν παρωδία ψυχοδράματος, υφέρπει ένας πικρότατος συλλογισμός για την ασυμβατότητα της ανθρώπινης φύσης με τις ανατάσεις που φαντασιώνεται. Δεν είμαστε φτιαγμένοι για όσα διακαώς αποζητούμε. Τα υλικά μας φθείρονται καθημερινά από δυνάμεις υπέρτερες της αντοχής τους. Η εύθρυπτη αυτοπεποίθησή μας κομματιάζεται στην κόψη της αλήθειας.

Ο πόθος των δύο ηρώων είναι φαντασιώδης και ακραία ιδιοτελής. Ο καθένας αυταπατάται ότι αναγνωρίζει στον άλλο την καλύτερη δυνατή εκδοχή της ζωής του και ελπίζει ότι και ο ίδιος φαντάζει στο βλέμμα απέναντί του καλύτερος. Ο έρωτάς τους τούς δίνει την ευκαιρία να ξαναγίνουν ορατοί υπό ένα ευμενέστερο πρίσμα. Ταυτόχρονα αισθάνονται τη μίζερη, πολύτιμη, κατάφραχτη ιδιωτική τους ζωή απροστάτευτη, σχεδόν απειλούμενη. Γι’ αυτό λιποψυχούν μπροστά στην πιθανότητα της ευοδωμένης επιθυμίας. Οχι μόνο γιατί τρέμουν τη διάψευση του ιδεαλιστικού τους ειδώλου, αλλά και γιατί υποψιάζονται πως κατά βάθος επιθυμούν κάτι μεγαλύτερο, πυκνότερο και πολύ πιο έντονο από το σώμα του άλλου. Τους τρομοκρατεί η σκέψη πως μπορεί να στέκονται απέναντι σε ένα ραγισμένο κάτοπτρο, μπροστά σε έναν «συνηθισμένο άνθρωπο», το ίδιο χαλασμένο με τον εαυτό τους, το ίδιο θλιμμένο και ανίσχυρο· έναν άνθρωπο που, κάθε μέρα που ξυπνά, παλεύει να σταθεί όρθιος.

Με γραφή σαρδόνια, φαρμακερή ακόμα και όταν παριστάνει τη χαριτωμένη, βαθιά πεσιμιστική κάτω από την επίφαση ιλαρότητας, ο Τζαμιώτης συνθέτει ένα διχοτομημένο από έμφυλες υστερίες και εμμονές ερωτογράφημα, μιλώντας περισσότερο για δαίμονες του μυαλού παρά της σάρκας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ