ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η οικογένεια που ελέγχει οικονομία και κυβέρνηση στη Νότιο Αφρική

Η οικογένεια Γκούπτα (εδώ διακρίνουμε τον Ατζάι και τον Ατούλ) κατηγορείται από όλον τον πολιτικό κόσμο της χώρας, πλην της κυβέρνησης Ζούμα, ότι ενορχήστρωσε τη σύναψη πυρηνικής συμφωνίας ύψους 70 δισ. δολαρίων με τη Ρωσία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εδώ και περίπου δύο χρόνια, η Νότιος Αφρική βρίσκεται στη δίνη τής πιο σοβαρής πολιτικής και οικονομικής κρίσης που έχει γνωρίσει μετά το τέλος του Απαρτχάιντ, ενός σκανδάλου διαπλοκής που λαμβάνει διεθνείς διαστάσεις και στο οποίο έχουν εμπλακεί συμβουλευτικές εταιρείες διεθνούς κύρους, όπως η KPMG και η McKinsey. Ολα δείχνουν ότι ο κρατικός μηχανισμός της σημαντικότερης και μεγαλύτερης οικονομίας στη Μαύρη ήπειρο έχει αλωθεί πλήρως από τα μέλη και τους συνεργάτες, φανερούς και αφανείς, της σκοτεινής και άκρως παραβατικής οικογένειας, ινδικής καταγωγής, Γκούπτα.

Η εν λόγω οικογένεια κατηγορείται από όλον τον πολιτικό κόσμο της χώρας, πλην της κυβέρνησης Ζούμα, ότι με μεθόδους προσιδιάζουσες περισσότερο στο οργανωμένο έγκλημα, παρά σε κανονικούς επιχειρηματίες, βγάζει από τη μέση όποιον μπει στον δρόμο της και επιχειρήσει να εμποδίσει τον αθέμιτο πλουτισμό της. Επιτυγχάνει, έτσι, να διώχνει υπουργούς και στη θέση τους να διορίζει συνεργάτες, να καταλαμβάνει ηγετικές θέσεις σε ισχυρές κρατικές εταιρείες, να παρεμβαίνει στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε κρατικές επιχειρήσεις και στους επίδοξους προμηθευτές τους, και να εμποδίζει τη σύναψη συμφωνίας προς όφελος των δικών της εταιρειών. Εκτός απ’ όλα αυτά, την κατηγορούν ότι ενορχήστρωσε τη σύναψη πυρηνικής συμφωνίας ύψους 70 δισ. δολ. με τη Ρωσία, η οποία προβλέπει ότι η Νότιος Αφρική θα προμηθεύει τεράστιες ποσότητες ουρανίου στη χώρα του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Οπως αναφέρει εκτεταμένο ρεπορτάζ του περιοδικού Bloombergbusinessweek, για να περιγράψουν όσα συμβαίνουν στη χώρα τους οι κάτοικοι της Νοτίου Αφρικής καταφεύγουν σε χαρακτηρισμούς όπως «καταλήστευση του κράτους». Χαρακτηρισμούς δηλαδή που χρησιμοποιήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και περιέγραφαν το πώς οι «ολιγάρχες» της Ρωσίας, μία ομάδα φίλων του τότε προέδρου Γέλτσιν, πήραν υπό τον έλεγχό τους επιχειρηματικούς κολοσσούς της Ρωσίας έναντι πινακίου φακής. Ενώ, όμως, στη Ρωσία και γενικότερα σε τέτοιες περιπτώσεις διαπλοκής και αθέμιτου πλουτισμού εμπλέκονται συνήθως αρκετές επιχειρήσεις και επιχειρηματίες, στην περίπτωση της Νοτίου Αφρικής κινεί τα νήματα μόνον μία οικογένεια.

Οι τρεις αδερφοί Γκούπτα είναι ευρέως γνωστοί στη Νότιο Αφρική αλλά μυστηριώδεις. Σε μια σπάνια συνέντευξή του, ο Ατζάι Γκούπτα, ένα από τα αδέρφια, χαρακτήρισε «σκέτη ανοησία τη φήμη ότι η οικογένειά του ληστεύει το κράτος της Νοτίου Αφρικής» και ισχυρίστηκε ότι λιγότερο από το 2% των επιχειρήσεών τους αφορούν δοσοληψίες με την κυβέρνηση. Η διαπλοκή, όμως, της οικογένειας με την κυβέρνηση Ζούμα έχει προκαλέσει ενός είδους ανοικτή επανάσταση στην κοινωνία της Νοτίου Αφρικής. Εργατικά συνδικάτα και επιχειρηματίες ζητούν την παραίτηση του προέδρου Ζούμα, ενώ ο επικεφαλής επιχειρηματικής ένωσης τον αποκάλεσε προσφάτως «κλέφτη». Και σύμφωνα με τον Σίφο Πιτιάνα, πρόεδρο της εταιρείας ορυχείων AngloGold Ashanti, που στα νιάτα του ήταν σφοδρός πολέμιος του Απαρτχάιντ, «αυτό που συμβαίνει αυτήν την περίοδο δεν είναι μάχη κατά του ρατσισμού, αλλά πόλεμος με θύμα ολόκληρη τη Νότιο Αφρική».

Η εκλεκτική συγγένεια του Ατζάι, του Ατούλ και του Ρατζές με τον Ζούμα

Ο πατέρας των αδερφών Γκούπτα, ο Σιβ Κουμάρ Γκούπτα, ήταν έμπορος καρυκευμάτων και σαπουνιών στην Ινδία. Οταν ενηλικιώθηκαν οι γιοι του, περίπου πριν από 45 χρόνια, τους έστειλε να αναζητήσουν την τύχη τους τον Ατζάι στο Δελχί, τον Ρατζές στην Κίνα και τον Ατούλ στην Αφρική. Ο Ατούλ έφτασε στο Γιοχάνεσμπουργκ, εμπορική πρωτεύουσα της Νοτίου Αφρικής, το 1993. Διέβλεψε τις ευκαιρίες που ανοίγονταν στον τομέα των προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών και ίδρυσε το 1994 τη Sahara Computers, η οποία εισήγαγε υπολογιστές. Εν τω μεταξύ, οι αδερφοί του Ατζάι και Ρατζές έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους και πήγαν να βρουν τον Ατούλ στη Νότιο Αφρική. Η τύχη τους άλλαξε το 1996, όταν ο Τάμπο Μπέκι, τότε αντιπρόεδρος της Νοτίου Αφρικής, πήρε μαζί του σε επίσκεψή του στην Ινδία τον νεαρό Ατούλ και τον σύστησε στον πολιτικό και επιχειρηματικό κόσμο. Οταν ο Μπέκι διαδέχθηκε τον Μαντέλα το 1999, οι Γκούπτα άρχισαν να αναρριχώνται στην κοινωνική και οικονομική κλίμακα της χώρας τους.

Ο Ατζάι βρέθηκε σύντομα να συμμετέχει σε διεθνή επιχειρηματικά συμβούλια, διετέλεσε οικονομικός σύμβουλος του Μπέκι έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000, ενώ μαζί με τα αδέρφια του είχαν πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Σύντομα πούλησαν τη Sahara Computers και στράφηκαν στις εταιρείες ορυχείων. Δημιούργησαν μια εταιρεία γαιάνθρακα, την Tegeta Exploration & Resources, η οποία αναδείχθηκε σε σταθερό προμηθευτή του κράτους. Το 2005 άρχισαν να εντάσσουν στο μισθολόγιο των εταιρειών τους μέλη της οικογένειας Ζούμα, με τους οποίους καλλιέργησαν ισχυρούς δεσμούς όταν ο τελευταίος ήταν ακόμη αντιπρόεδρος. Το 2007, όταν ο Ζούμα ανέλαβε πρόεδρος της χώρας, έγιναν άμεσα γνωστές οι δοσοληψίες του με τους Γκούπτα.

Σύντομα άρχισαν να χάνουν τη θέση τους μέλη της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού όταν εναντιώνονταν στα σχέδια των Γκούπτα. Ο Τέμπα Μασέκο, αρμόδιος για την κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης, αποπέμφθηκε επειδή δεν ικανοποίησε το αίτημα των Γκούπτα να διατεθεί όλη η διαφημιστική δαπάνη για τις δικές τους εταιρείες. Την ίδια εποχή απομακρύνθηκαν από τη θέση τους οι επικεφαλής των υπηρεσιών της Νοτίου Αφρικής, αντίστοιχων με τη CIA και το FBI των ΗΠΑ. Αργότερα δήλωσαν στην εφημερίδα Mail & Guardian ότι διερευνούσαν το ενδεχόμενο αν αποτελούσε κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια η διείσδυση της οικογένειας Γκούπτα στον κρατικό μηχανισμό. Τον Απρίλιο, οι δύο από τους τρεις διεθνείς οίκους αξιολόγησης υποβάθμισαν το χρέος της Νοτίου Αφρικής στην κατηγορία «σκουπίδια». Οι κάτοικοι της Νοτίου Αφρικής ανακαλύπτουν με θλίψη ότι όσο κι αν αγωνίστηκαν για να στεριώσει η αξιοκρατία στη χώρα τους, αυτοί που ασκούν την εξουσία κάνουν ό,τι περνάει από τα χέρια της για να ευνοούν τους δικούς τους ανθρώπους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ