ΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ*, ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ**

Γέννηση νέου από το παλιό;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε​​ίναι ένα κόμμα/κίνημα που τα χρόνια της μεταπολίτευσης λειτούργησε –αλλάζοντας πρόσωπα και προσωπεία– σαν ηγεμονική δύναμη, φέρνοντας σε πολλούς τομείς το σύγχρονο, συμβάλλοντας σε δημοκρατικές κατακτήσεις, αλλά και αναπαράγοντας πολλές από τις παραδοσιακές εθνικές παθογένειες. Στα χρόνια της κρίσης περιέπεσε σε ανυποληψία, ενώ προσπαθούσε, με κοινωνικά και εκλογικά επώδυνο τρόπο, να θεραπεύσει λάθη δικά του και άλλων. Μπορεί άραγε τώρα ο χώρος που εκπροσωπούσε να αναζωογονηθεί με 210.000 φιλιά ζωής;

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι πως, με διεκδικητές της ηγεσίας που δεν προκαλούν ακριβώς φρενίτιδα ενθουσιασμού στις μάζες και με την κοινωνική απαξίωση ακόμη εμφανή, η ελληνική «Κεντροαριστερά» κατάφερε να κινητοποιήσει μεγάλο αριθμό πολιτών. Σκεπτόμενων ανθρώπων που έσπευσαν να νομιμοποιήσουν την ενδοπαραταξιακή εκλογική διαδικασία, παρά την απουσία τουλάχιστον άμεσης προοπτικής για συμμετοχή στην εξουσία. Θα είχε σημασία να φωτίσουμε ορισμένα κρίσιμα και, ελπίζουμε, ανοικτά πολιτικά στοιχήματα.

Το πρώτο ερώτημα, αν υπάρχει ζωτικός χώρος πέραν του ΠΑΣΟΚ που να θέλει να συνταχθεί με το ΠΑΣΟΚ και να αναζωογονήσει την ελληνική «Κεντροαριστερά», το απάντησε η κάλπη του πρώτου γύρου: υπάρχει, αλλά είναι σχετικά μικρός. Αρα δεν μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τον πολιτικό προσανατολισμό του υπό ίδρυση σχήματος. Η εσωκομματική κάλπη έδειξε μεγάλη αντοχή του «brand name ΠΑΣΟΚ» και μικρή διάθεση, ιδίως τώρα που οι περισσότεροι θεωρούν πως «τα χειρότερα είναι πίσω», να αλλοιωθεί ή να μοιραστεί με άλλους η ιστορικότητα αυτής της πολιτικής ταυτότητας. Το ΠΑΣΟΚ και οι υποψήφιοι που προέρχονταν από αυτό δεν επικράτησαν τόσο λόγω των «μηχανισμών» τους, όπως από κάποιους ειπώθηκε, όσο λόγω της άνισης αλλά ακόμα ζωντανής ιστορίας μιας παράταξης, των μύθων της και των συμβολισμών της.

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι, όποιος και να είναι ο τελικός νικητής, δεν υπάρχει περιθώριο –θα τολμούσαμε μάλιστα να πούμε: και ανάγκη– για το ξεκίνημα μιας νέας πορείας μπολιασμένης με αρκετά από τα χαρακτηριστικά των τάσεων ή των υποψηφίων που έχασαν ή υποεκπροσωπήθηκαν στον πρώτο γύρο της εκλογής. Σκεφτόμαστε, μεταξύ άλλων, μιαν άλλη σχέση με την κοινωνία των πολιτών, με τη νέα γενιά, με τη χρήση της τεχνολογίας, έναν αναπροσδιορισμό τού τι σημαίνει «πρόοδος» και «συντήρηση», τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει το κράτος, από πού μπορεί να προέλθει η πραγματική ανάπτυξη. Και βέβαια την προώθηση νέων προσώπων όχι επειδή είναι ηλικιακά νέα και κοντά στις ηγεσίες, αλλά γιατί αξίζει να δοκιμαστεί μια ενδεχομένως διαφορετική πολιτική λογική.

Ως προς το ευρύτερο μήνυμα που στέλνει η υψηλή συμμετοχή, τουλάχιστον στον πρώτο γύρο, αυτό βρίσκεται κατά τη γνώμη μας υπό μια διπλή αίρεση: ότι δεν θα περιοριστεί δραστικά στον δεύτερο γύρο και ότι θα οδηγήσει τον νικητή όχι στην αυταρέσκεια της δικαίωσης ή την αγωνία της επιβίωσης, αλλά στην τόλμη για αλλαγές ουσίας σε πολιτικό λόγο, πολιτικές επιλογές και πρόσωπα που θα τα ενσαρκώνουν. Γιατί όσο βέβαιο είναι ότι η αθρόα συμμετοχή υπήρξε και πράξη αντίστασης στους απογοητευτικών δημοκρατικών επιδόσεων νυν κυβερνώντες, άλλο τόσο πιστεύουμε ότι θα ξεφτίσει αν μείνει στο «αντί» και δεν χτίσει το «υπερβατικό μετά». Ως προς αυτό, η ηλικιακή κατανομή των συμμετασχόντων κρύβει μια αδυναμία –λείπουν οι νέοι– αλλά ίσως και μια δύναμη, αφού δείχνει ότι ο υπό ίδρυση φορέας είναι ή μπορεί να γίνει υπόθεση της αστικής –πολιτισμικά πρωτίστως– Ελλάδας, η οποία είναι δυνατόν, και πρέπει επιτέλους, να δώσει το παράδειγμα.

Ως προς την επιρροή, τέλος, της εσωκομματικής εκλογής στις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις, ενδέχεται να είναι καθοριστική, εφόσον, όπως ακόμα είναι δυνατό και όπως ελπίζουμε, η εκλογή δεν αποτελέσει το τέλος αλλά την αρχή μιας διαδικασίας αναζωογόνησης του «κεντροαριστερού/εκσυγχρονιστικού χώρου». Πράγματι, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι περιχαρακώθηκαν σε μια πιο παραδοσιακή εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας, οι ψηφοφόροι της «Kεντροαριστεράς» δεν γύρισαν αυτομάτως την πλάτη στο πάντα επίκαιρο αίτημα για ολοκλήρωση του αστικού εκσυγχρονισμού, σε μια χώρα χωρίς «πολιτικά ουδετερόθρησκο» κράτος και με κραυγαλέες δυσλειτουργίες στο δικαιοδοτικό σύστημα, στη δημόσια διοίκηση, στη δημόσια παιδεία, στη δημόσια υγεία και στην επιβολή της έννομης τάξης. Αντίθετα, αν η νέα ηγεσία «αδράξει τη στιγμή», τώρα που καταγράφηκε η πρώτη καθαρή απομάκρυνση «πασοκογενών» ψηφοφόρων από τον ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί η μεταρρυθμιστική και δημοκρατική λογική αυτού του χώρου να γίνει πιο αισθητή. Κι ακόμα και να μπολιάσει μιαν αυριανή κυβέρνηση που θα θέτει ως κορυφαία προτεραιότητα την ανόρθωση όχι του χώρου αλλά της χώρας.

* Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
** Ο κ. Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος, πρ. ευρωβουλευτής και πρ. πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ