ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

Γιώργος Τσακίρης: Πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος

ΗΛΙΑΣ Γ. ΜΠΕΛΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με την παγκοσμιοποίηση και την τεχνολογική εξέλιξη να διαμορφώνουν νέες ομάδες πελατών, την οικονομία του διαμοιρασμού να ανθεί χωρίς περιορισμούς και χωρίς νομοθετικό και φορολογικό πλαίσιο, οι στόχοι μας να καθιερωθεί η Ελλάδα ως city break προορισμός και να παράγουμε ένα ανταγωνιστικό τουριστικό προϊόν απαιτεί στρατηγική και σωστή οργάνωση. Αυτά υποστηρίζει μεταξύ άλλων ο Γιώργος Τσακίρης, πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, ο οποίος μας εξηγεί ποιες προϋποθέσεις απαιτούνται ώστε να αναπτυχθεί περαιτέρω η ελληνική τουριστική βιομηχανία.
 
Θεωρείτε ότι το ισχύον καθεστώς των τουριστικών μισθώσεων στα ακίνητα (βλ. Airbnb) στρεβλώνει τον ανταγωνισμό στον χώρο της φιλοξενίας;

Γενικά η οικονομία του διαμοιρασμού έχει πάψει να αποτελεί απλώς ένα εναλλακτικό μοντέλο διαμονής. Συνιστά πλέον μια παράλληλη με τον αδειοδοτημένο τομέα μεγάλη οικονομική δραστηριότητα με τεράστιο τζίρο, η οποία στη χώρα μας ανθεί σε μια γκρίζα νομοθετικά ζώνη, στερώντας σημαντικά έσοδα από το κράτος και δουλειές από τους σκληρά δοκιμαζόμενους από την κρίση Έλληνες, ενώ συγχρόνως οδηγεί τις νόμιμες επιχειρήσεις σε οικονομικό αδιέξοδο. Βασίζεται στην ανεξέλεγκτη ενοικίαση ιδιωτικών κατοικιών, χωρίς καμία πρόβλεψη ασφάλειας, πυρασφάλειας, ασφάλισης επισκεπτών και φυσικά καμία φορολογική ή εργασιακή υποχρέωση των ιδιοκτητών. Ουσιαστικά πρόκειται για παραοικονομία, που ενισχύεται από την ανυπαρξία θεσμικών, ασφαλιστικών και άλλων προδιαγραφών και κυρίως από την αδυναμία της πολιτείας μέχρι σήμερα να αντιμετωπίσει φορολογικά το φαινόμενο. Είναι επίσης σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε ότι το φαινόμενο της οικονομίας του διαμοιρασμού ιδεολογικά βασίζεται στη θεωρία της συνεργατικής οικονομίας και του μηδενικού οριακού κόστους, που όμως στη διαδρομή εξελίχθηκε σε μια προσοδοφόρο δραστηριότητα για όλους όσοι την ασκούν. Δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά παγκόσμιο, με τη διαφορά ότι σε όλες τις ευνομούμενες πολιτείες και κοινωνίες έχουν τεθεί όροι και προϋποθέσεις ώστε να μην πλήττονται τα δημόσια έσοδα, η απασχόληση και ο ανταγωνισμός.

Τι πρέπει να γίνει για να αναπτυχθεί ακόμα περισσότερο ο τουρισμός του city break;

Βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη του συγκεκριμένου είδους είναι η ύπαρξη στρατηγικής, κυρίως σε τοπικό επίπεδο. Ουσιαστικά απαιτείται σωστή οργάνωση του προϊόντος, που θα δίνει στους επισκέπτες δυνατότητες απασχόλησης, διασκέδασης, αγορών, ενώ εξίσου σημαντικά είναι η προσβασιμότητα και το αίσθημα ασφάλειας. Η καλή λειτουργία των μουσείων και των πολιτιστικών χώρων, η ευνομία και η τάξη στην πόλη παίζουν ρόλο για την επιλογή ενός προορισμού και είναι παράγοντες που χαρακτηρίζουν την τουριστική λειτουργία μιας πόλης και κατά συνέπεια καθορίζουν την ανάπτυξη ή μη του city break τουρισμού. Η χώρα μας, με βασικούς προορισμούς σε αυτή τη μορφή τουρισμού, όπως την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, παραμένει πίσω από τις κυριότερες ανταγωνίστριες ευρωπαϊκές πόλεις, τόσο σε αριθμούς επισκεπτών όσο και σε δαπάνη ανά ημέρα και ανά ταξίδι.

Γενικά πόσο ανταγωνιστικός είναι ο ελληνικός τουρισμός σε σχέση με άλλες χώρες που αντλούν επισκέπτες από τις ίδιες «δεξαμενές»;

Οι δεξαμενές τουριστών και πελατών, όπως τις ορίζαμε μέχρι πριν από μερικά χρόνια, έχουν διαφοροποιηθεί πλέον σημαντικά. Η παγκοσμιοποίηση και η τεχνολογική εξέλιξη τείνουν να αλλάξουν πολλά πράγματα, με κυριότερο τη διαμόρφωση νέων πελατειακών ομάδων με βάση την ηλικία τους και το οικονομικό και κοινωνικό στάτους τους και όχι τη χώρα προέλευσης ή την εθνικότητά τους. Σε αυτή τη λογική όλοι πλέον είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητούμε πελάτες παντού. Η τουριστική ανταγωνιστικότητα της χώρας μας –παρότι διακηρύσσουμε ότι στόχος μας είναι μια θέση στην πρώτη δεκάδα των παγκόσμιων τουριστικών προορισμών– σύμφωνα με τα στοιχεί του WTO κατατάσσεται 31η, θέση αναντίστοιχη των φιλοδοξιών μας. Και αυτό συμβαίνει, όπως εξηγεί ο WTO, αφενός μεν εξαιτίας της τιμολογιακής μας πολιτικής –βλέπε υπερφορολόγηση– και αφετέρου λόγω του επιχειρηματικού κλίματος. Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του.

Πώς αποτιμάτε τη μέχρι τώρα δραστηριοποίηση επενδυτών στην Ελλάδα, οι οποίοι αγοράζουν υπερδανεισμένες ή προβληματικές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις;

Παρόλο που μεγάλη συζήτηση γίνεται για την επενδυτική δραστηριότητα στον κλάδο των ξενοδοχείων, στην πράξη η κινητικότητα δεν είναι αντίστοιχη με όσα ακούγονται. Υπάρχει γενικά ένα επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά αυτό, αν εξαιρέσουμε την Αθήνα –όπου οι όποιες επενδυτικές κινήσεις επικεντρώνονται σε νέα καταλύματα και βεβαίως σπίτια και πολυκατοικίες χωρίς άδεια–, δεν ξεπερνά τους συνήθεις επενδυτικούς ρυθμούς και αφορά σε σημαντικό ποσοστό εκσυγχρονισμούς υπαρχόντων ξενοδοχείων. Δεν μπορώ να προβλέψω πώς θα διαχειριστούν οι τράπεζες τις υπερδανεισμένες ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, ώστε να εκτιμήσω με ασφάλεια τη μελλοντική συμπεριφορά των «επενδυτών». Αυτό όμως που μέχρι σήμερα έχουμε διαπιστώσει είναι ότι οι επενδυτές, πλην λίγων εξαιρέσεων θεσμικών επενδυτών, θέλουν να αγοράσουν ευκαιρίες, ενώ οι ιδιοκτήτες προτίθενται να πουλήσουν... ξενοδοχεία.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ